Home > ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΙΜΟΥ > Θουκυδίδης ο Αλιμούσιος


ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ Ο ΑΛΙΜΟΥΣΙΟΣ
Ο Άλιμος είναι στενά συνδεδεμένος με μια μοναδική φυσιογνωμία που γεννήθηκε στην πόλη αυτή, ενός ανθρώπου που η ακτινοβολία του απλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για τον μέγα ιστορικό της αρχαιότητας Θουκυδίδη. Με την αντικειμενικότητα και την ακρίβεια που εξιστόρησε τον πελοποννησιακό πόλεμο κατέλαβε την πλέον σημαντική θέση στους ανά τον κόσμο ιστορικούς.
Η σεμνότητα, η αυστηρότητα και η περίσκεψη περιλαμβάνονται στα χαρακτηριστικά του προσώπου του, όπως αυτό διεσώθη και βρίσκεται στο μουσείο Νικοπόλεως και στο Εθνικό Μουσείο Νεαπόλεως, της Ιταλίας.
Η κρίση του, αμερόληπτη και αντικειμενική, δεν απέχει από το ιδεώδες. Το πάθος του ήταν η αναζήτηση και η ανεύρεση της ιστορικής αλήθειας. Όλοι οι αρχαίοι, ακόμα και ο αυστηρότατος κριτής ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ομολογούν την φιλαλήθεια του.
Υποτάσσει το αίσθημα και τη συμπάθεια στο δίκαιο και την αλήθεια. Αδιαφορεί αν οι κρινόμενοι είναι φίλοι ή εχθροί. Αν είναι Αθηναίοι ή Πελοποννήσιοι. Νοιάζεται μόνο για την αλήθεια. Όπου κι αν βρίσκεται και όποιος έχει δίκιο. Αυτός με λίγα λόγια ήταν ο Θουκυδίδης ο Αλιμούσιος.
Το πρωτότυπο, του κειμένου που ακολουθεί, περιέχεται στον 1ο τόμο του λεξικού της Ελληνικής Αρχαιολογίας του Αλέξανδρου Ραγκαβή. Η μετάφραση έγινε από την καθηγήτρια φιλολογίας κ. Αγγελική Μασσέλου.
Ο Θουκυδίδης εγεννήθη το 464 π.Χ. (ή κατ΄ άλλους το 471 π.Χ.). Πατέρας του ήταν ο Όλορος από τη Θράκη, ο οποίος είχε πολιτογραφηθεί στη Αθήνα και ειδικότερα στο Δήμο Αλιμουσίων. Μητέρα του ήταν η Ηγησίππη που ήταν συγγενής του Μιλτιάδη. Ο Θουκυδίδης αναφέρεται ως Αθηναίος του Δήμου Αλωπεκής.
Είχε πλούσια μεταλλουργεία στη Σκαπτή Ύλη της Θράκης. Τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής του τα πέρασε εκεί και στην Αθήνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε για την πολιτική του Περικλέους, παρ΄ όλο που ο Περικλής τον είχε εξορίσει. Όπως προκύπτει από τις πηγές, μετά το θάνατο του Κίμωνος (που ήταν συγγενής του από την μητέρα του) ανέλαβε τη διεύθυνση της αριστοκρατικής μερίδας (κόμματος), συγκεντρώνοντας κοντά του όλους τους αποκαλούμενους «καλούς κ΄ αγαθούς». Όταν, όμως, ο Περικλής υπερίσχυσε, το 443 π.Χ., τον εξανάγκασε σε εξορία. Φαίνεται πάντως, ότι μετά τρία χρόνια (440 π.Χ.) επανήλθε στην Αθήνα, γιατί τότε μνημονεύεται στρατηγός με το όνομά του.
Ο Θουκυδίδης δεν ανεμίχθη στα πολεμικά δρώμενα του Πελοποννησιακού πολέμου από την αρχή. Η δράση του αρχίζει το όγδοο έτος από την έναρξή του. Είναι το έτος, όπου ο Βρασίδας εισβάλλει στη Θράκη και ο Θουκυδίδης αναφέρεται για πρώτη φορά ότι ηγείται του Αττικού στόλου, που βρισκόταν τότε στη Θάσο. Ενώ κατείχε τον Ηίωνα, δεν πρόλαβε να παρέμβει εγκαίρως με το στόλο και να σώσει την Αμφίπολη. Τούτο έγινε αφορμή να τον κατηγορήσουν για προδοσία. Ο Θουκυδίδης αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη θέση του και να φύγει, πριν διεξαχθεί η προβλεπόμενη δίκη. Μένει για είκοσι ολόκληρα χρόνια μακριά, άλλοτε στη Θράκη και άλλοτε περιερχόμενος τα διάφορα μέρη –θέατρα- που έλαβαν χώρα πολεμικά γεγονότα, συλλέγοντας πληροφορίες για τα συγκεκριμένα περιστατικά από ανθρώπους που το έζησαν από κοντά.
Το 404 π.Χ. επανέρχεται στην Αθήνα, αφού επανεκλήθη από τους συμπολίτες του, έπειτα από πρόταση του Οινόβιου. Μετά από λίγα χρόνια, και πάντως πριν από το 395 π.Χ. πέθανε από βίαιο θάνατο. Ως προς τον τόπο του θανάτου του οι πληροφορίες δεν συμφωνούν. Κατ΄ άλλους πέθανε στη Σκαπτή Ύλη της Θράκης, κατ΄ άλλους στην Αθήνα. Στο μόνο που συμφωνούν οι περισσότεροι είναι πως η σωρός του κατετέθη τελικά στον τάφο του Κίμωνα (γιου του Μιλτιάδη).
Ο Θουκυδίδης ήταν έμπειρος στη φιλοσοφία και στη ρητορική. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ήταν μαθητής του Αντιφώντος ή του Γοργία και του Αναξαγόρα, αλλά οι ισχυρισμοί τους δεν στηρίζονται σε αποδείξεις. Διηγούνται ακόμη και κάτι άλλο. Ότι δηλαδή, ο Θουκυδίδης, μικρό παιδί ακόμη, βρισκόμενος στην Ολυμπία, που τελούνταν οι ομώνυμοι αγώνες, άκουσε τον ίδιο τον Ηρόδοτο να διαβάζει τις ιστορίες του. Λένε, πως ο Θουκυδίδης ενθουσιάστηκε μέχρι δακρύων. Άλλοι συγγραφείς θεωρούν πως η διήγηση αυτή είναι ετεροχρονισμένη. Το πιο πιθανό, λένε, είναι πως ο Θουκυδίδης σε μεταγενέστερους χρόνους, ενώ ήταν στην Αθήνα, άκουσε αποσπάσματα από τις ιστορίες του Ηροδότου, που άλλοι εξιστορούσαν και έμεινε καταγοητευμένος. Όλοι, όμως, συμφωνούν πως το γεγονός αυτό, είτε με τη μία είτε με την άλλη εκδοχή είχε τεράστια επίδραση στο Θουκυδίδη και συνετέλεσε πολύ στο ν΄ αναδειχθεί ένας μεγάλος ιστορικός.
Ευθύς ως άρχισε ο Πελοποννησιακός πόλεμος ο Θουκυδίδης κατενόησε τη σπουδαιότητά του για τους μεταγενέστερους και επεδόθη στη συγγραφή του έργου του. Ακόμη τότε που βρισκόταν στη Σκαπτή Ύλη συνέλεγε πληροφορίες -το υλικό της συγγραφής του- τις ταξινομούσε με μεγάλη άνεση και προ πάντων με αυστηρή αμεροληψία. Την πρώτη αυτή ύλη φαίνεται πως την εξέτασε προσεκτικά και την επεξεργάσθηκε όταν επέστρεψε στην Αθήνα. Το πράγματι σημαντικό του έργο, δεν ολοκληρώθηκε, γιατί διεκόπη από τον αιφνίδιο θάνατό του. Έτσι παρέμεινε ημιτελές καλύπτοντας τα πολεμικά γεγονότα μέχρι και το έτος 411 π.Χ. Σ΄ αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί, πως το τελευταίο βιβλίο της συγγραφής του δεν φαίνεται να έχει γραφεί με την ίδια επιμέλεια, που χαρακτηρίζει τα προηγούμενα. Υπάρχει μάλιστα και μια παράδοση πως ο Ξενοφών εξέδωσε πρώτος παραλειπόμενο σύγγραμμα του Θουκυδίδη.
Ανεξάρτητα από το αν είναι αληθής ή όχι η πληροφορία αυτή, εκείνο που φαίνεται βέβαιο είναι ότι ο Ξενοφών και ο Κράτιππος άρχισαν να γράφου τα δικά τους έργα, από το χρόνο που είχε σταματήσει ο Θουκυδίδης. Ακόμη φαίνεται πιο πιθανό, πως η διαίρεση του έργου του Θουκυδίδη σε βιβλία, (όπως την ξέρουμε σήμερα), δεν έγινε από τον ίδιο αλλά αργότερα από τους Αλεξανδρινούς.
Γράφοντας την ιστορία ου Πελοποννησιακού πολέμου ο Θουκυδίδης επιθυμούσε να αφήσει ένα «κτήμα ες αεί» για τους πολιτικούς άνδρες, οι οποίοι στο μέλλον θα βρίσκονταν σε παρόμοιες καταστάσεις. Και ήταν προς τούτο πράγματι ικανότατος. Διέθετε, κατ΄ αρχήν, μια σπάνια, σχεδόν μοναδική, ιστορική οξυδέρκεια. Διέκρινε με πολύ μεγάλη ευστοχία τις αιτίες και τις συνδύαζε με τα αποτελέσματα που είχαν. Ήταν φιλαλήθης, αντικειμενικός και αυστηρά αμερόληπτος. Και αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στο έργο του. Παρόλο που είχε πικραθεί πολύ από την εξορία του και διάφορες κατηγορίες, και παρόλο που κατ΄ επανάληψη στο παρελθόν είχε κατακρίνει και αποδοκιμάσει τη δημοτική αρχή, εν τούτοις στο έργο του ουδέποτε διατυπώνει άδικες κρίσεις κατά της πατρίδος του και εκθέτει τα γεγονότα με απόλυτη ευθυκρισία και αντικειμενικότητα.
Αποφεύγει στο έργο του να εκφέρει τις προσωπικές – ατομικές γνώμες. Ακόμη και οι δημηγορίες, πους ε πολλά σημεία του έργου του εύστοχα παρεμβάλλονται, αποδίδονται τις πιο πολλές φορές όπως ακριβώς απηγγέλθησαν από τους αναφερόμενους ομιλητές. Για ορισμένες υπάρχουν αμφιβολίες για το κατά πόσον αποδίδουν ακριβώς τους ομιλητές και πολλοί πιστεύουν ότι αυτές έχουν συντεθεί από τον ίδιο. Και αυτές, όμως, ακόμη μπορεί να υποστηριχθεί πως στην κατά τέτοιο τρόπο γραμμένες, ώστε να εκφράζουν των ομιλούντων για τα αντικείμενα και το συγκεκριμένα γεγονότα.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο Θουκυδίδης στη διήγησή του παρουσιάζει τα γεγονότα που γίνονται κατά τα θέρη και κατά το χειμώνα, όπως ταιριάζει για τα συμβαίνοντα στους πολέμους. Μνημονεύει συχνά χρησμούς και διοσημείες (οιωνούς, σημεία του Διός), από ιστορική και μόνο δεοντολογία (ιστορικά και μόνο όπως τις έχει ακούσει), χωρίς να μας παρέχει και μια απόδειξη ή έστω ένδειξη ή νύξη, αν αυτός ο ίδιος τις αποδέχεται και τις πιστεύει. Η τελευταία του αυτή στάση του έδωσε σε πολλούς συγχρόνους του την αφορμή να τον κατηγορήσουν άθεο.
Εκείνο το οποίο κατ΄ εξοχήν πρέπει οι πολιτείες να επιδιώκουν, υποστηρίζει ο Θουκυδίδης, είναι η πολιτική δύναμη, της οποίας στηρίγματα (κατά τον ίδιο) είναι τα χρήματα και το ναυτικό.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η Αρχαία Αττική. Το ύφος του είναι απλό μεν και απέριττο, αλλά και ισχυρό και τραχύ, έτσι ώστε συγχρόνως με ακρίβεια και χωρίς περιφράσεις να εξηγεί αυτό που θέλει. Ο Διογένης ο Αλικαρνασσεύς, ο οποίος από άλλες απόψεις πάντοτε δεν τον επαινεί, εδώ αναγνωρίζει ως πολύ θετικό χαρακτηριστικό του Θουκυδίδη «το τάχος της σημασίας», δηλαδή την ταχύτητα -ευκολία- με την οποία κατορθώνει να δίδει τη σημασία της κάθε έννοιας λέξεως. Ο ίδιος ο Διόνυσος αναγνωρίζει μεν ότι στη φράση του ο Θουκυδίδη υπάρχει κάτι το «τραχύ της αρμονίας», για να υπαινιχθεί με τον τρόπο αυτό, ότι η φράση του έχει κάτι πολύ ισχυρό, το δυνατό. Τέλος, αν ανατρέξει κανείς στις δημηγορίες του διαπιστώνει πως είναι πυκνές σε ιδέες και επεξεργασμένες με ρητορική τέχνη. Έτσι γίνονται ενίοτε δυσνόητες, γιατί έχουν πάρα πολύ βαθύ νόημα.
Βιογραφίες αρχαίες για τον Θουκυδίδη έχουν γράψει κάποιος με το όνομα Μαρκελλίνος (ίσως ο Μαρκελλίνος ο Αμμικός) καθώς και ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς. Του Μαρκελλίνου η βιογραφία για το Θουκυδίδη, δεν είναι πολύ ακριβής, διότι περιέχει πολλά σφάλματα.
 
 


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ
Ιστορική αναδρομή
Μαθητές γράφουν την ιστορία του Αλίμου
Η επιρροή του Θουκυδίδη στο σύγχρονο κόσμο
Το θέμα τιμής στο έργο του Θουκυδίδη
Θεσμοφόρια
Created by Hellas Internet