Home > ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΙΜΟΥ > ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ > 11. Ρητορικοί λόγοι


11. Ρητορικοί λόγοι
Ο Αριστοτέλης (Ρητορική 1, 3,1-6) καθορίζει ότι ο ρητορικός λόγος σύγκειται από τρία μέρη: από τον ομιλητή, από το θέμα της ομιλίας και από το πρόσωπο, στο οποίο απευθύνεται. Έτσι τον επιμερίζει σε τρία είδη: στον συμβουλευτικό, στον δικανικό και στον επιδεικτικό. Οι δημηγορίες ανήκουν στο είδος του συμβουλευτικού λόγου, ο οποίος αποσκοπεί άλλοτε στην προτροπή και άλλοτε στην αποτροπή, όπως συμβαίνει στην Εκκλησία του Δήμου. Χρόνος του είναι ο μέλλων και σκοπός του το συμφέρον ή το βλαβερό. Οι δημηγορίες όμως περιέχουν και στοιχεία του δικανικού λόγου (των δικαστηρίων), σκοπός του οποίου είναι η παρουσίαση του δικαίου ή του αδίκου.
Κάθε ρητορικός λόγος απαρτίζεται συνήθως από τρία μέρη: α) το προοίμιο, β) την υπόθεση (ή διήγηση ή απόδειξη) και γ) τον επίλογο. Στο προοίμιο ο ρήτορας προετοιμάζει τους ακροατές για το θέμα που θα αναπτύξει, ενώ στη διήγηση (που είναι το κύριο και μεγαλύτερο μέρος) εκθέτει τις απόψεις του με σαφήνεια και συντομία. Στον επίλογο ανακεφαλαιώνει και καταλήγει με την προτροπή να πραγματοποιηθεί αυτό που προτείνει.
Η ρητορική αναπτύχθηκε κυρίως στην Αθήνα τον 5ο αι. π.Χ. και διαμορφώθηκε από δέκα Αττικούς ρήτορες, οι περισσότεροι από τους οποίους έδρασαν κατά τον 4ο αι., όπως και ο θεωρητικός εκφραστής της, ο Αριστοτέλης. Τον 5ο αι. οι ρητορικοί λόγοι ανέλυαν πολλά ζητήματα, ενώ τον 4ο αι. εξειδικεύονταν σε ένα, ειδικό θέμα.

Αντιθετικός λόγος
Στην αρχαία γραμματεία ο Θουκυδίδης θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος του αντιθετικού ύφους. Στον αντιθετικό λόγο οι ιδέες που εκφράζονται σε κάθε πρόταση δεν υποτάσσονται στην κύρια πρόταση της περιόδου, ώστε να κυριαρχούνται από αυτή, αλλά αντιπαρατίθενται σχεδόν ισότιμα, με αποτέλεσμα ο λόγος να αποκτά σαφήνεια και συμμετρία. Έτσι, ο πεζός λόγος ως έντεχνο εκφραστικό μέσο υψώνεται και πλησιάζει το ύφος της τραγωδίας.
Στον αντιθετικό τρόπο ο ένας λόγος συμπληρώνει τον άλλο. Με την παράθεση των αντίπαλων απόψεων ο συγγραφέας δεν αποσκοπεί στην υπερίσχυση μιας θέσης ή της αντίθετης της, αλλά στη διαλεκτική παρουσίαση των αντινομιών των πραγμάτων. Ετσι αναπτύσσονται τα θετικά και τα αρνητικά κάθε άποψης, τα οποία μας καθοδηγούν στην αποδοχή ή την απόρριψη μιας πλευράς, ανάλογα με τις συμπάθειες ή τα συμφέροντα μας. Αμφότερες οι απόψεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές ανάλογα με το ποια πλευρά υποστηρίζουμε. Πρόκειται για μια σχέση αντιλογίας, συμφέροντος και δικαίου, η οποία αποκαλύπτεται ανάγλυφα στον διάλογο Αθηναίων και Μηλιών.
Σκοπός του συγγραφέα είναι να εντοπίσει τα αντίστροφα στοιχεία, να τα εκθέσει και να παρουσιάσει το πιο αδύνατο από τα δύο επιχειρήματα, κατά τρόπο που να δίνει την εντύπωση του πιο ισχυρού («τόν ἥττονα λόγον κρείττω ποιεῖν»), «γιατί αποτελεί ένα ψέμα και μια πιθανότητα όχι αληθινή αλλά φαινομενική» κατά τον Αριστοτέλη (Ρητορική, 2, 24, 11).

Προέλευση του αντιθετικού λόγου
Η σοφιστική είχε αξιοποιήσει τις αντιθέσεις που βρίσκονται πίσω από κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Ειδικότερα ο σοφιστής Πρωταγόρας (περ. 485-411 π.Χ.) τις αναπτύσσει στις «Αντιλογίες» του, όπου για κάθε θέμα εκφράζονται δύο αντίθετες επιχειρηματολογίες. Ο Διογένης Λαέρτιος (9, 51) αναφέρει ότι: «πρῶτος ἔφη (ο Πρωταγόρας) δύο λόγους εἶναι περί παντός πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις» και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματείς 6, 65) συμπληρώνει ότι: «οι Έλληνες υποστηρίζουν, συμφωνώντας με τον Πρωταγόρα, πως σε κάθε λόγο υπάρχει κάποιος άλλος που του αντιτίθεται» («λόγον... ἀντικεῖσθαι»).
Στον ρήτορα Αντιφώντα, τον αρχαιότερο από τους δέκα ρήτορες του αττικού κανόνα (περ. 480-411 π.Χ.), βρίσκουμε σύντομους λόγους, γνωστούς ως Τετραλογίες. Πρόκειται για ρητορικά γυμνάσματα, προορισμένα να εκφωνηθούν σε υποθετικές δίκες. Το καθένα περιλαμβάνει τέσσερις ομιλίες, δύο για τον κατήγορο, δύο για τον κατηγορούμενο: κατηγορία -απολογία (πρωτολογία), κατηγορία -απολογία υστέρα (δευτερολογία). Σ' αυτές ο ρήτορας προσπαθεί να υποδείξει τον τρόπο, με τον οποίο κάθε αντίδικος καταρρίπτει τα επιχειρήματα του άλλου. Η έκβαση των υποθέσεων εξαρτάται όχι τόσο από τους μάρτυρες και τα αποδεικτικά στοιχεία, όσο από συλλογισμούς γενικής φύσης, βασισμένους σε γνωστά ή πιθανοφανή γεγονότα.

Αντιλογία
Κατά τον Ηρόδοτο η ανταλλαγή γνωμών συνιστά την καλύτερη μέθοδο για να διακρίνουμε το σωστό (7, 10). Αλλά, σκοπός της αντιλογίας είναι η αντιπαράθεση δύο απόψεων. Η καλή χρήση αυτής της μεθόδου απαιτεί πάντοτε ένα τρίτο πρόσωπο, έναν ακροατή, έναν κριτή. Πρόκειται για μια μορφή λόγου αρκετά φυσική και χωρίς τεχνάσματα.
Οι δημηγορίες του Θουκυδίδη απευθύνονται εξ ορισμού σε αυτόν τον «τρίτο», στον διαιτητή, η παρουσία του οποίου είναι απαραίτητη για την αντιλογία. Αυτός ο τρόπος έκφρασης του έδινε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί ταυτόχρονα και στις δύο προϋποθέσεις του έργου του: την αντικειμενικότητα και τον ορθολογισμό. Μη παρεμβαίνοντας ο ίδιος στα λεγόμενα των ομιλητών, σέβεται τον νόμο της ακρίβειας και της αμεροληψίας που οφείλει να τηρεί ένας ιστορικός, ενώ αντιπαραθέτοντας όλα τα επιχειρήματα διευκολύνει το έργο του διαιτητή.
Η αντιλογία απορρίφθηκε προοδευτικά από τη ρητορική και τη φιλοσοφία.
Ο Πλάτων καταγγέλλει τους κινδύνους που εγκυμονεί η μέθοδος της αντιλογίας, η οποία οδηγεί πάντοτε σε μια απατηλά αυστηρή ακρίβεια, στερημένη από κάθε εποικοδομητική αξία. Η πιο καθαρή κριτική ασκείται στον «Θρασύμαχο»; αν πρόκειται να αναζητήσουμε την αλήθεια, το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει δεν είναι ο ακροατής αλλά ο συνομιλητής μας. Επομένως τον ρητορικό αγώνα διαδέχεται ο διάλογος, στον οποίο δεν υπάρχει θέση για απατηλά επιχειρήματα. Η υιοθεσία του διαλόγου οδηγεί στην εγκατάλειψη των σοφιστικών τεχνασμάτων. Και εδώ αντιπαρατίθεται η ρητορική (στην οποία ο ρήτορας προσπαθεί να μεταδώσει τη γνώση με τον μονομερή και συνεχή λόγο) με τη διαλεκτική, στην οποία κυριαρχεί ο διάλογος.
Ο Θουκυδίδης υιοθετεί την τεχνική του διαλόγου όταν αντιπαραθέτει τους Μηλίους και τους Αθηναίους, οπότε κάθε επιχείρημα εξετάζεται διαδοχικά από τους δύο συνομιλητές, προκειμένου να καταλήξουν σε ένα αποτέλεσμα.
Η χρήση της αντιλογίας αντιπαραβάλλει επίσης τη ρητορική με τη λογική. Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι η «ρητορική ἐστί πειθοῦς δημιουργός». Στις δημηγορίες κάθε φορά που πρόκειται να επινοηθεί ένα επιχείρημα ή να μεθοδευθεί μια αναίρεση, γίνεται επίκληση στη λογική. Έτσι όμως η λογική υποτάσσεται στους ωφελιμιστικούς σκοπούς, τους οποίους υπαγορεύει η άποψη του ρήτορα.
Η μέθοδος της συνεχούς αντιπαράθεσης των θετικών και των αρνητικών, με τη μορφή δύο διαδοχικών αγορεύσεων διαμετρικά αντίθετων μεταξύ τους, είναι επικίνδυνη, από την οπτική γωνία της λογικής, αφού μπορεί να χρησιμοποιηθεί υπό προϋποθέσεις τόσο για το καλό, όσο και για το κακό. Η τεχνική της αέναης συζήτησης, της αναίρεσης, της αναστροφής των επιχειρημάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλεια της αίσθησης της αλήθειας. Ο Πλάτων το επισημαίνει στον «Φαίδωνα» (90b,c), όπου περιγράφει τον σκεπτικισμό που αναπτύσσουν όσοι ασχολούνται συστηματικά με τις αντιλογίες, παραλληλίζοντας τους με τα νερά του Ευρίπου που αλλάζουν συνεχώς κατεύθυνση.

Βασικές αρχές των αντιλογιών
Το πιο αποφασιστικό μέσο είναι η αντιστροφή του ίδιου του επιχειρήματος ενός αντιπάλου εναντίον του. Έτσι αποδεικνύεται ότι αυτό που ο αντίπαλος θεωρούσε ευνοϊκό γι’ αυτόν, στην πραγματικότητα είναι δυσμενές (ανατροπή), π.χ.: «Η δύναμη των Αθηναίων δεν έχει τίποτα το φοβερό αν είμαστε ενωμένοι. Αντίθετα, γίνεται φοβερή αν -όπως το επιδιώκουν αυτοί- διασπαστούμε» (ο Συρακούσιος Ερμοκράτης, 6, 79, 3).
Ο Βαθμός διαστροφής της αλήθειας, στον οποίο μπορεί να καταλήξει η αναστροφή, αποδεικνύεται στη δημηγορία των Θηβαίων, οι οποίοι δικαιολογούνται για τον μηδισμό τους κατά τους Περσικούς πολέμους: «Ναι, μόνο η ολιγαρχική κυβέρνηση ήταν υπεύθυνη για την πολιτική μας, που ο λαός δεν την υιοθέτησε καθόλου: και απόδειξη είναι η συμπεριφορά της πόλης κάθε φορά που η ελευθερία των Ελλήνων απειλείτο από τους Αθηναίους». Παράλληλα κατηγορούν τους Πλαταιείς: «Δεν εμηδίσατε, αλλά για ποιο λόγο; Επειδή ακολουθήσατε τους Αθηναίους και σε αυτή την περίσταση, όπως πάντοτε», οι οποίοι (Αθηναίοι) προσπαθούσαν να υποδουλώσουν την Ελλάδα» (3, 62, 2. 63,3).
Άλλα στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούνται στις δημηγορίες, είναι: α) οι συχνές αναφορές στο παρελθόν, ιδίως η προσφορά των Αθηναίων και των Πλαταιέων στα Μηδικά ως έπαινος, αλλά και ως ανακολουθία της παρούσας κατάστασης, ανάλογα με την προοπτική του ρήτορα, β) η αποτροπή ενδεχόμενου καταλογισμού μομφής, γ) η παρουσίαση στην απάντηση ενός νέου επιχειρήματος, το οποίο δεν έχει θίξει ο πρώτος αγορητής. Συνήθως οι αγορητές αρχίζουν με το στοιχείο που επιδιώκουν να τονίσουν. Οι χρονικές αναφορές με τα πρωθύστερα σχήματα δίνουν ρυθμό στη δημηγορία. Τέλος, οι λόγοι ολοκληρώνονται με μια τελική παραίνεση.


1. Η ζωή του μεγάλου ιστορικού και οι επιδράσεις στο έργο του
2. Η οικογένεια και η καταγωγή του Θουκυδίδη
3. Η παιδεία του στην κλασική Αθήνα
4. Οι προσωπικές και πολιτικές του προτιμήσεις
5. Η πολιτική δράση και η εξορία του
6. Θουκυδίδης και Thomas Hobbes
7. Διακειμενικές ομοιότητες Θουκυδίδη και Hobbes
8. Η πολιτική ανάλυση του Hobbes και ο Θουκυδίδης
9. Πολεμολογία στον Hobbes και στον Θουκυδίδη
10. Οι δημηγορίες
12. Γενικότερα θέματα που θίγονται στις δημηγορίες
Created by Hellas Internet