Home > ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΕΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ > Σημαδιακές Πρωτοχρονιές - 04.01.1987


Υπάρχουν μερικές πρωτοχρονιές, οι οποίες σημάδεψαν την ιστορία της Ελλάδας και παραμένουν μοναδικές, κορυφαίες και φυσικά αλησμόνητες. Μία τέτοια Πρωτοχρονιά, ανεπανάληπτη και χαρμόσυνη, υπήρξε και παραμένει πάντα η Πρωτοχρονιά του 1822, μέσα στον πυρετό και τις φλόγες του Εικοσιένα. Τότε σε ένα μικρό χωριουδάκι κοντά στο Ναύπλιο, την Πιάνα, κοντά στην παλιά Επίδαυρο, έγινε η πρώτη Εθνική συνέλευση. Εκεί διατυπώθηκε το πρώτο πολιτικό κείμενο, η πρώτη διακήρυξη της δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους, ύστερα από τα τετρακόσια χρόνια της Τουρκοκρατίας και φυσικά από τον ξεσηκωμό του ΄21.
Το ιστορικό αυτό κείμενο, που με δάκρυα στα μάτια ψήφισαν οι πληρεξούσιοι του μαχόμενου Έθνους, που τότε τους έλεγαν «παραστάτες», είναι το παρακάτω:
«Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδην οθωμανικήν δυναστείαν μη δυνάμενον να φέρει τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυρρανίας και απόσεισαν αυτόν με μεγάλες θυσίες, κηρύττει εις εθνικήν συνηγμένον συνελεύσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν αυτού η ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν.
Εν Επίδαυρω, την 1
ην Ιανουαρίου 1822 και πρώτο της ανεξαρτησίας».
Το κείμενο αυτό ήταν το ακριβότερο και πολυτιμότερο πρωτοχρονιάτικο δώρο που προσφέρθηκε στους αγωνιζόμενους πολέμαρχους του Ιερού Αγώνα, αλλά και σε όλο τον Ελληνισμό. Στα πέρατα της οικουμένης με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσαν όλοι οι Έλληνες τον γιγάντιο αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Η διακήρυξη, όμως, έχει τη δική της προϊστορία. Τον πρώτο κιόλας χρόνο του Ιερού Αγώνα ένα κορυφαίο γεγονός, όπως ήταν η άλωση της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 έδωσε άλλη διάσταση στον αγώνα. Έδωσε φτερά στους μαχητές και έκανε θρύλο το στρατάρχη του Μοριά Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν τοπικές διοικήσεις και αντιπροσωπευτικά σώματα όπως η Γερουσία των Κολτετζών στην Πελοπόννησο. Ο Άρειος Πάγος στην Άμφισσα. Η Γερουσία της Δυτικής Ελλάδας στο Μεσολόγγι.
Αυτό είχε και αρνητικά αποτελέσματα. Άρχισαν οι αντιζηλίες και η διχόνοια μεταξύ των καπεταναίων και των πολιτικών.
Την εξάλειψη των προστριβών αυτόν και τη δημιουργία νέας Κεντρικής πολιτικής διοίκησης, που θα επωμίζονταν το βάρος της ευθύνης αλλά και το συντονισμό ανέλαβε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Το κύρος του και το όνομα του εξουδετερώνουν τις υπάρχουσες τις εφορίες και δυσχερής. Έτσι όλοι πειθάρχησαν να γίνουν εκλογές και να εκλεγούν οι πληρεξούσιοι, παραστάτες, που θα εκπροσωπούσαν τις περιοχές τους.
Το φθινόπωρο του 1821 με διακήρυξή του ο Δημήτριος Υψηλάντης απευθύνθηκε στον Λαό προκηρύσσοντας εκλογές και εξηγώντας την ανάγκη της δημιουργίας της Εθνοσυνέλευσης και της Κεντρικής διοίκησης. Έγιναν οι εκλογές, όπως μπορούσαν να γίνουν, κάτω από τις τότε πολεμικές συνθήκες. Για τις 20 Δεκεμβρίου ορίσθηκε η σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης. Προτάθηκε έδρα της η Τρίπολη. Η επιδημία τύφου που είχε ενσκήψει την απέκλεισε. Και το Άργος, σαν εναλλακτική λύση, αποκλείστηκε επειδή ήταν στρατοπεδευμένα πολλά άτακτα σώματα στρατού και υπήρχε ο κίνδυνος επεισοδίων εξαιτίας προσωπικών αντιζηλιών .
Τελικά, επικράτησε να οριστεί έδρα η παλιά Επίδαυρος. Οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης κράτησαν ένα μήνα. Πρόεδρος της εκλέχτηκε ο μετέπειτα πρωθυπουργός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Οι εργασίες της δεν διεξήχθησαν με ηρεμία και σε «ήπιο κλίμα». Ωστόσο η Εθνοσυνέλευση εκείνη σημάδεψε την κατοπινή πορεία της Ελλάδας και χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη των Ελλήνων με την ιστορική της διακήρυξη.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και ατην περίοδο του ξεσηκωμού οι σκλαβωμένοι ραγιάδες δεν λησμόνησαν να γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά. Την Πρωτοχρονιά του 1822 ο Μακεδόνας οπλαρχηγός Νικόλαος Κασομούλης βρέθηκε στη Νάξο. Στο περισπούδαστο τρίτομο έργο του με τον τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά» μας περιγράφει πως γιορτάζονταν η Πρωτοχρονιά από τους κατοίκους της, την εποχή εκείνη, με τους οποίους και ο Κασομούλης έτυχε να γιορτάσει. Γράφει και τούτα:
«Ξημέρωσαν η πρώτη Ιανουαρίου 1822 και ήλθαν όλοι οι άρχοντες εις επίσκεψη κατά την συνήθειαν. Εκεί εις αυτήν την πόλη, ήτο φευγάτος και ο Ανδρόνικος Σμυρναίος, έμπορος ευκατάστατος, σύγαμβρος του κυρίου Σωτήρη Ιωάννου, όστις έκλαυσεν από την χαράν του και αυτός και η οικογένεια του, όταν μας είδαν, καθώς και η αρραβωνιαστικιά του Σωτήρη. Επαραξενεύοντο δε εις το ξένο σχήμα, φουστανέλλαν και άλλα ασυνείθιστα εις την Σμύρνην. Ενθυμούντες όλοι οι πολίται εκείνη την επίσημον ημέραν, καθώς και ημείς εις την οικίαν Σερδάρη δεν ελάβομεν καιρόν να εξηγηθούμε».
Ένα σημαντικό πρωτοχρονιάτικο γεγονός στα χρόνια του αγώνα του Εικοσιένα υπήρξε η έκδοση της εφημερίδας «Έλληνικά Χρονικά». Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε την Πρωτοχρονιά του 1824, στο Μεσολόγγι, από τον Ελβετό γιατρό και φλογερό φιλέλληνα Ιωάννη Μάγιερ. Γεννήθηκε το 1798 και πεθάνε στο Μεσολόγγι σε ηλικία μόλις 28 χρόνων. Η εφημερίδα του υπήρξε σημαντικό γεγονός για την περίοδο του Εικοσιένα και σταθμός που σημάδεψε την ιστορία του ελληνικού τύπο. Ιστορική παραμένει η Πρωτοχρονιά του 1826, όπως μας την αφηγείται στα απομνημονεύματα του ο αγωνιστής Εικοσιένα και οπλαρχηγός Αρτέμιος Μίχος. Είναι μία πολύ κρίσιμη φάση, από τις πολλές στη διάρκεια της Επανάστασης του Εικοσιένα. Στάθηκε και αυτή σκληρή δοκιμασία για τα λιονταρόψυχα εκείνα παλληκάρια. Γράφει ο Αρτέμης Μίχος:
«Την 1ην Ιανουαρίου 1826 οι εχθροί εκίνησαν πανστρατιά για την Πέτραν, συμποσούμενοι εις δύο χιλιάδας πεντακοσίους ιππείς και πεζούς. Πολλοί εκ των ιππέων, αποσταθέντες, διευθήνθησαν προς το Κουτουμελά. Τότε ο πεντακοσίαρχος μας διέταξε να καταλάβωμεν τας έξω του χώρου θέσεις και υπεδέχθημεν τους επερχόμενους με ζωηρόν πυρ. Τούτο δε τους ηνάγκασε να στρέψουν τα νώτα και να διευθυνθώσι και αυτοί προς την Πάτρα. Τότε κι εμείς μετά της σημαίας διευθύνθυμεν εις το Μοναστήρι και παραλαβόντες τον εκατόνταρχο Αθανασούλα Βαλτινό, εβγήκαμεν την 8ην ώραν εις το απέναντι της Πέτρας, Τσιουγκρί, όπου, ανάψαντες φωτιάν εκαθήσαμεν».
Συνεχίζοντας ο Αρτέμης Μίχος την περιγραφή της Πρωτοχρονιάτικης μάχης της Πέτρας, μας δίνει την εικόνα μιας από τις δυσκολότερες φάσεις της:
«Εν τοσούτω οι εχθροί όρμησαν κατά της Πέτρας με ορμήν πολλήν, αλλά βλαφθέντες καιρίως οπισθοχώρησαν και εστάθησαν πλησίον ακροβολιζόμενοι. Ορμήσαμε κατά του αναγκαιοτέρου προμαχώνος του εχθρού και προς στιγμήν εστήσαμεν την σημαίαν πλησίον αυτού, αλλά απετύχαμεν εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των. Τότε ετραβήχθημεν ολίγον εις τα όπισθεν ακροβολιζόμενοι χωρίς να βλαφθεί ουδείς εκ των ημετέρων, εκτός εμού, πληγωθέντος ελαφρώς εις το δεξιόν γόνυ. Εστάθημεν πολεμούντες έως τα μεσάνυχτα».
Πολλοί Ευρωπαίοι περιηγητές, που επισκέφθηκαν την Ελλάδα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην περίοδο της επανάστασης και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, μας άφησαν ενδιαφέρουσες περιγραφές για τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων της. Ο καθένας έγραφε ανάλογα με τα μάτια που είχε και το πώς αισθανόταν η καρδιά του. Σε άλλους βρίσκουμε περιγραφές που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σε άλλους διαστρεβλωμένες και εξωπραγματικές απόψεις, που ωστόσο, κι αυτές έχουν ενδιαφέρον.
Από τα πιο γλαφυρά κείμενα θεωρείται το βιβλίο του Γάλλου Ζωρζ Μανζάρ με τον τίτλο «Αναμνήσεις από το Μοριά». Κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1830 και μας περιγράφει τη ζωή της Πάτρας, όπως την είδε ο συγγραφέας από τον Αύγουστο του 1828 έως τον Απρίλιο του 1829. Ο Μανζάρ ήταν φιλέλληνας και είχε πάρει μέρος στο εκστρατευτικό σώμα του Γάλλου στρατηγού Μαιζώνα που στάλθηκε να ξεκαθαρίσει την Πελοπόννησο από τις ορδές του Ιμπραήμ.
Οι «Αναμνήσεις από τα Μωριά», του Μανζάρ, κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά, στην ελληνική γλώσσα, το 1957. Εκδότης ο λογοτέχνης Γιώργος Τσουκαλάς. Είχαν συμπεριληφθεί στην εικοσάτομη σειρά των απομνημονευμάτων των αγωνιστών του Εικοσιένα. Ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα που περιγράφει ο Μανζάρ ξεχωρίζουν σε γλαφυρότητα, πρωτοτυπία και λαογραφική αξία τα κείμενα του για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, στην Πάτρα:
«Ο νεαρός Πλατύκας επρόκειτο να μας πάει σ΄ όλες τις Μεσολογγίτικες οικογένειες που ήσαν πρόσφυγες στας Πάτρας. Στην Ελλάδα έχουν συνήθεια να κάνουν, στις γιορτές, επισκέψεις τους συγγενείς και τους γνώριμους τους,. Η πρώτη επίσκεψη που θα κάναμε ήτανε, φυσικά, στη μητέρα του και την αδελφή του. Μπαίνοντας στην καλύβα τους βρήκαμε δύο συμπατριώτες τους, καθισμένους επάνω σε όμορφα μαξιλάρια, με τα πόδια σταυρωτά και την πίπα στο στόμα. Αναγκαστήκαμε και μεις να καθίσουμε με τον ίδιο τρόπο. Η δεσποινίς Ειρήνη μας πρόσφερε από ένα φλιτζάνι καφέ, βάζοντας το αριστερό της χέρι πάνω από την καρδιά και παίρνοντας ένα ύφος χαριτωμένο. Ο καφές, που ήταν υπέροχος, ήτανε μέσα σε μικρά φλιτζάνια ασημένια ή από χρωματιστή πορσελάνη, θαυμάσια επιχρυσωμένα. Μόλις ήπιαμε τον καφέ μας η δεσποινίς Ειρήνη πήρε τα ελαφριά φλιτζάνια και πρόσφερε -σ΄ εκείνον από μας από εμάς που της φάνηκε πιο ηλικιωμένος- ένα μεγάλο ποτήρι νερό. Όταν ήπιε λίγο μου το πρόσφερε εμένα και έπειτα στον νεαρότερο από μας».
Μία σημαντική Πρωτοχρονιά υπήρξε για την Ελλάδα εκείνη του 1919. Είναι η μαύρη Πρωτοχρονιά που περίπου 25.000 άτομα τα οποία αποτελούσαν Ελληνική Στρατιωτική δύναμη υποχρεώθηκαν να πολεμήσουν κατά του «νεαρού» τότε Σοβιετικού κράτους. Πρόκειται για τη διαβόητη εκστρατεία της Ουκρανίας.
Είναι έξω από το πλαίσιο της εκπομπής αυτής η διερεύνηση και η αναφορά στα αίτια που ο ελληνικός στρατός οδηγήθηκε στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι το γεγονός πως για τη χώρα μας εκείνη η Πρωτοχρονιά ήταν μέρα θλίψης, αγωνίας, φόβου, αγανάκτησης, αβεβαιότητας, γεμάτη αμείλικτα ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα.
Τότε το Πρώτο Σώμα Στρατού με διοικητή του το στρατηγό Νίδερ ξεκίνησε για τη μεγάλη περιπέτεια, με 19 τάγματα. Το χαρακτηριστικό είναι ότι στην εκστρατεία αυτή κορυφαίοι ηγήτορες ήταν τρεις αξιωματικοί που για την εποχή τους εθεωρούντο προοδευτικοί: Ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο Γιώργος Κονδύλης και ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης.
Στην Αθήνα, είχε καλλιεργηθεί η ιδέα ότι ο ελληνικός στρατός θα αντιμετώπιζε άτακτα ρωσικά στρατεύματα και ότι η νίκη θα ήταν γρήγορη και άνετη. Όταν, όμως, οι Έλληνες στρατιώτες πατούσαν το πόδι τους στην Οδησσό αντιλήφθηκαν ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Είχαν να κάνουν με αντίπαλο που ήξερε γιατί πολεμάει, ενώ εκείνοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν γιατί τους άρπαξαν από τα χωριά τους και τους πήγαν στη Ρωσία και γιατί έπρεπε να σκοτωθούν στην παγωμένη Ουκρανία.
Από τις 19 Μαρτίου έως τις 5 Απριλίου 1919 τα Ελληνόπουλα υποχρεώθηκαν να πολεμήσουν τον «κόκκινο στρατό». Μόνο συμπτώσεις και ευτυχείς συγκυρίες απέτρεψαν την ολοσχερή καταστροφή του εκστρατευτικού σώματος. Ωστόσο τραγικός στάθηκε ο απολογισμός: Δεκαέξι αξιωματικοί νεκροί και 30 τραυματίες. Τριακόσιοι εξήντα δύο οπλίτες νεκροί, ενώ οι τραυματίες και οι εξαφανισθέντες, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ήταν 586.



Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας - 07.03.1989
Ο Γενάρης στην Ελληνική Λαογραφία - 19.01.1989
Η ίδρυση των ΕΣ ΕΣ - 13.09.1988
Αφιέρωμα στον Γιάννη Κορδάτο - 02.06.1987
Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων - 20.02.1987
Ελγίνεια μάρμαρα - 04.07.1986
Created by Hellas Internet