Home > ΑΛΙΜΙΩΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ > ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ > ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - "Ο ΤΡΟΦΙΜΟΣ"


Απόσπασμα από το μυθιστότρημα «Ο ΤΡΟΦΙΜΟΣ»

΄Ολη τη νύχτα χθες άνθιζε το σκοτάδι στο μυαλό μου. Είχα αγκαλιάσει το μαξιλάρι μου και βύθιζα το κεφάλι μου σ’ αυτό. Η άβυσσος που απλωνόταν μπροστά μου, ρουφούσε το σκοτάδι του μυαλού μου. Μα εκείνο ριζωμένο αντιστεκόταν.΄Ενιωθα να κινδυνεύω να με ρουφήξει η άβυσσος ολόκληρον.
΄Όχι το σώμα μου αλλά το περιεχόμενό του.΄Ετσι πέρασα όλη τη νύχτα ν’ αντιστέκομαι κι εκείνο το σκοτείνιασμα να με κάνει να πονώ στις ρίζες του μυαλού μου. Αγκάλιαζα το καλό μου φρεσκοπλυμένο μαξιλάρι και φλερτάριζα με δυνάμεις πέρα από τα δικά μου όρια , νιώθοντας πως μπορεί να με πάρουν ή να τις πάρω. Είχα όμως την αίσθηση πως, είτε μ’ έπαιρναν είτε τις έπαιρνα, κάτι σπουδαίο θα ολοκληρωνόταν. Δε συνέβη ούτε το ένα ούτε το άλλο.
΄Όμως αυτή η άβυσσος είναι φοβερή.
΄Εφερνα μπροστά μου διάφορες εικόνες, για να μην τη βλέπω. ΄Εφερα, ας πούμε, την εικόνα του τρόφιμου, που τον είχαν δεμένο στο κρεβάτι του και κοιμόταν τέσσερις μέρες. Φάρμακα, οροί και τέτοια.
Κάθε πρωί όμως στο βαζάκι ου κομοδίνου είχε φρεσκοκομμένους πανσέδες.
Κανείς δεν ήξερε ποιος τους άλλαζε. Βέβαια το προσωπικό δεν είχε νου για τέτοιους προβληματισμούς, αλλά ούτε και ο τρόφιμος καταλάβαινε τίποτα, αφού βρισκόταν σε καταστολή.
Φαίνεται πως όποιος άλλαζε καθημερινά τους πανσέδες Δε νοιαζόταν αν θα το ξέρει ο τρόφιμος, παρά μόνο τα λουλούδια να είναι φρέσκα.
Υπήρχαν πανσέδες στην αυλή.
Ύστερ’ από λίγο καιρό, κανείς δεν ξαναείδε τον τρόφιμο, που ήταν δεμένος στο κρεβάτι του. Το δωμάτιό του, στον επάνω όροφο, έμενε άδειο και μόνο το αέρινο περίγραμμα του σώματός του παρέμενε ακόμα στο κρεβάτι, για όσους μπορούσαν να το δουν.
Το μαξιλάρι μου είχε μουσκέψει.
Κάποια στιγμή ήρθε η ευλογία του ύπνου και διακλαδώθηκε στο σώμα μου με δικαιοσύνη .
΄Όταν ξύπνησα, το φως του ήλιου, που περνούσε απ’ το παράθυρό μου, είχε σκουπίσει το μισό δωμάτιο. Άρχισα να τακτοποιώ τα βιβλία μου, όσα μου έδιναν, που ήταν σκορπισμένα δώθε κείθε. Τα μάζεψα και τα έβαλα κατά μέγεθος πάνω στο κομοδίνο. Προηγουμένως είχα βάλει το κομοδίνο κολλητά στο κρεβάτι, ώστε ν’ ακουμπούν πάνω του τα βιβλία από τη μια τους μεριά.
΄Ετσι , μόρφηνε το δωμάτιο με τη μικρή αυτή βιβλιοθήκη. Μου άρεσε η τάξη που έβαλα, πολύ δε περισσότερο με την ιδέα ότι μπορούσα να τη μεταβάλλω πάλι σε αταξία. Κι ενώ χάιδευα την ευθυγράμμιση των βιβλίων, στάθηκε στην πόρτα μου την ανοιχτή, με φανερή την πρόθεση να μπεί μέσα, μια νέα όμορφη γυναίκα, που φορούσε μια ολοκάθαρη γαλάζια ρόμπα και κρατούσε στα χέρια της δυο μικρές φιάλες πορτοκαλάδας. Είχε λαμπερά, καστανά μαλλιά που τα είχε μετακινήσει μπροστά της από τη μια μεριά κι έφθαναν σχεδόν μέχρι το στήθος της. Τα μάτια της καθαρά, με κοίταζαν με μια επίμονη ηρεμία.
Σηκώθηκα, πήγα κοντά της, άγγιξα ελαφρά τον ώμο της και την έσπρωξα απαλά στο δωμάτιο. Ακούμπησε τις φιάλες στην επίπεδη καρέκλα. Καθίσαμε στο κρεβάτι ακουμπώντας τη πλάτη μας στον τοίχο.
Χαιρόμασταν ο ένας την παρουσία του άλλου και τη θέρμη, που ακτινοβολούσε ο καθένας μας, πιότερο με τη σιωπή παρά αν μιλούσαμε. Η περήφανη μοναξιά του καθενός μας είχε παραμερίσει ευγενικά κι έκανε τόπο στην παρουσία του άλλου. Χαλαρωμένοι, νιώθαμε τους τρυφερούς ακκισμούς που ξέφευγαν από μέσα μας. Ήταν μια ανταλλαγή, που την αναμέναμε και τη δεχόμασταν με ρόδινη ευφορία. Η αναπνοή μας ήταν βαθιά, αλλά η ροή της πολύ εύκολη μέσα από τους πνεύμονες. Χαιρόσουν ν’αναπνέεις, ως ν’ ανακάλυπτες τώρα τη δυνατότητα της αναπνοής.
Απ’ τις φιάλες κυλούσαν δροσοσταλίδες που έφταναν μέχρι τη βάση τους κι έκαναν τελική στάση στην ξύλινη καρέκλα , όπου ήταν τοποθετημένες.
Φέραμε τις φιάλες στο στόμα.
Το στόμιό τους στρογγυλό όπως ήταν, και χοντρό, έμοιαζε με φιλί, που άφηνε να τρέξει ο χυμός του πορτοκαλιού. Αποθέσαμε τις φιάλες στην καρέκλα. Το παράθυρο, η καρέκλα, τα βιβλία, οι τοίχοι, είχαν πάρει στα μάτια μου μια άλλη διάσταση. Το αόρατο μα αισθητό νήμα που μας συνέδεε έριχνε παντού ένα καινούριο φως .Η σιωπή, άκρως κινητική, έκανε κύκλους στην ατμόσφαιρα του δωματίου κι ύστερα άλλους κύκλους πάνω στους προηγούμενους.
Ούτε μια λέξη δε διέσπασε αυτή τη λειτουργία της σιωπής.
Καθίσαμε ώρα πολλή πάνω στο κρεβάτι με την πλάτη στο τοίχο και τα μάτια κλειστά. Γαλήνη, χαρά, ζεστασιά και συγκίνηση.
Ξάφνου σηκώθηκε, πήρε τα μπουκάλια στα χέρια, με κοίταξε με μια γλυκιά κόπωση στα μάτια της κι έφυγε. Έκλεισα την πόρτα του δωματίου μου, την έκλεισα για πρώτη φορά, και γύρισα στο κρεβάτι , για να επιμηκύνω τη συγκίνηση και να μαδήσω αργά αργά την κινητικότητα της σιωπής.

Eκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
ΚΡΗΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΤΡΟΦΙΜΟ"
ΠΟΙΗΣΗ - "Ο ΜΙΚΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ"
ΔΙΗΓΗΜΑ "Η ΜΟΝΑΧΗ"
ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ"
Created by Hellas Internet