Home > ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑΣ > τότε... στα χρόνια της χούντας (αφηγήματα)


Πρόλογος
 
Αν και ο τίτλος αυτού του δέκατου τρίτου βιβλίου του πασίγνωστου ιστορικού και λογοτέχνη Γιώργου Δ. Καρανικόλα παραπέμπει «Τότε… στα Χρόνια της Χούντας», όσο κι αν ψάξει κανείς στα τρία αφηγήματα δεν πρόκειται να βρει καμιάν άμεση αναφορά στο μισητό καθεστώς των πραξικοπηματιών που φόρεσαν τον εγκληματικό τους… γύψο στον ελληνικό λαό για μία επταετία.
Αλλά αυτό που δεν θα βρει ο αναγνώστης, θα το νοιώσει! Γιατί και στα τρία του αφηγήματα, ο πρώην πρόεδρος της εταιρείας Ελλήνων λογοτεχνών, καταφέρνει με θαυμαστή μαεστρία να υποβάλει την ατμόσφαιρα της δικτατορικής τρομοκρατίας.
Έτσι ήταν τα πράγματα, «Τότε… στα Χρόνια της Χούντας» εξωτερικά. Όλα μοιάζαν σαν να μη συνέβαινε τίποτα! Ενώ, δηλαδή, χιλιάδες αγωνιστές της Δημοκρατίας βασανίζονταν και δολοφονούνταν στα κρατητήρια, στις φυλακές, στις εξορίες, έξω, στην καθημερινή ζωή όλα έδειχναν ήρεμα… Γιατί «τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».
Τούτο ακριβώς τον τρόμο, τούτη τη φοβέρα σκιαγραφεί ο Γιώργος Δ. Καρανικόλας. Κι ο ήρωας των τριών αφηγημάτων του κοινός: Ένας εξωτερικά… ψυχασθενής κλεισμένος στην ανάλογη νευρολογική κλινική.
Στα χαρτιά, λοιπόν, ψυχασθενής ο ήρωας. Αλλά εσωτερικά, ένας πολύ κυνηγημένος από τα φασιστικά καθεστώτα άνθρωπος που ζει (;), όπως ζει, στο ψυχιατρείο με τον μόνιμο εφιάλτη της σύλληψης.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, απλά για μία καταγγελία της φασιστικής τρομοκρατίας. Αυτή είναι δεδομένη. Τούτο που προσφέρει επιπλέον ο Γιώργος Δ. Καρανικόλας εδώ είναι κάτι άλλο, εντελώς αναπάντεχο είναι ένας ύμνος στην… Ανθρωπιά!
Ναι στην Ανθρωπιά, που την ανακαλύπτει πίσω από τα κάγκελα του ψυχιατρείου στα πρόσωπα των ψυχοπαθών, στην άπειρη ηλιθιότητα των «ελεγκτών» και προπάντων στην απρόσμενη εμφάνιση του… έρωτα!..
Ναι του έρωτα, γιατί ο φτερωτός Θεός, τρυπώνει ακόμα και μέσα στους θαλάμους του… τρελοκομείου, συντρίβοντας την τρομοκρατία του φασισμού, έστω κι αν η εμφάνιση του καταλήγει σε τραγικά επεισόδια. Τη λύτρωση στο τέλος θα φέρει ο λυγμός!...
Αναμφίβολα, ο συγγραφέας εμπνέεται από τα προσωπικά του βιώματα που είναι πλούσια σε τραγικές εμπειρίες κι αρκεί μία ματιά στους τίτλους των άλλων δώδεκα βιβλίων του για να αποκαλύψει την ευαισθησία του απέναντι στους λαϊκούς αγώνες, το διαφωτισμό, τη μάχη ενάντια στο σκοταδισμό.
Ωστόσο, τούτο το βιβλιαράκι, φέρνει στο φως μιαν άλλη διάσταση της ψυχής του Γιώργου Δ. Καρανικόλα: την απύθμενη έκταση της ανθρωπιάς του! 
 
 Μάριος Βερέττας
 
Αφιέρωση
 
Σε όλους Εκείνους, που αγωνίστηκαν για ένα πανανθρώπινο ιδανικό. Που πόνεσαν. Καταδιώχτηκαν. Βασανίστηκαν. Φυλακίστηκαν. Έχασαν την υγεία τους και τη ζωή τους. ΟΧΙ, όμως και την ΠΙΣΤΗ τους. ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ!
 
 
Ο ψυχασθενής εισαγγελέας
 
«Πιστεύω ότι τρία είναι τα τρομοκρατικά επαγγέλματα. Οι παπάδες, οι αστυνομικοί και οι ψυχίατροι. Διαλέξαμε να το κάνουμε είπε από κάποιο υποσυνείδητο φόβο για την προσωπική μας ισορροπία η κάποια ανάλογη φοβία για την παρανομία για την αμαρτία ο. Γι αυτό και ο κόσμος μας αποφεύγει η μας λοιδορεί. Και καλά κάνει.»
 
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18 Απριλίου 1989
Συνέντευξη με τον ψυχίατρο Γ. Τσέγκο,
Υπεύθυνο του Ινστιτούτου Ανάλυσης.
 
Στην πτέρυγα μας έχουμε κι έναν εισαγγελέα ο. Δεν είναι ένας οποιοσδήποτε άρρωστος που στο ξεβίδωμα του μυαλού του παριστάνει το Μεγάλο Ναπολέοντα, τον υπουργό των Εξωτερικών ή τον εισαγγελέα. Είναι αληθινός εισαγγελέας Εφετών που, στα εξήντα επτά του χρόνια, νέος σχετικά, κατέληξε κι αυτός εδώ μέσα.
Στις πρώτες μέρες, όταν άκουγα τους «συναδέλφους» μου, άντρες και γυναίκες, να μιλούν για τον εισαγγελέα, νόμισα ότι ήταν το νούμερο στην πτέρυγα και σ΄ όλη την κλινική. Δεν άργησα όμως να πληροφορηθώ πως ήταν εισαγγελέας. Κι όταν άκουσα το επίθετο του ένιωσα μεγάλη στεναχώρια. Πόνεσα. Έτσι νοερά τον αγκάλιασε και τον φίλησα σαν να ήταν από τα πιο προσφιλή μου πρόσωπα.
Στη ζωή μου γνώρισα πολλούς δικαστικούς. Δεν ξέρω από ποια ψυχική διεργασία ένοιωθα πάντα μια ξεχωριστή και κρυφή συμπάθεια γι΄ αυτούς, ακόμα και για τους δικαστές εκείνους που μου στέρησαν την ελευθερία μου, για πολλά χρόνια, με μία καταδίκη, γιατί ήμουν στην Εθνική Αντίσταση. Ήμουν και «σφαγέας»!...
Ποτέ μου δεν είχα εξομολογηθεί τη συμπάθεια μου αυτή σε κανέναν και, πολύ περισσότερο, στους ίδιους. Τώρα πια μπορώ να το πω, γιατί ένας «ψυχοπαθής» δεν κινδυνεύει να παρεξηγηθεί ότι κάπου αποβλέπει αλλά και γιατί, κλεισμένος εδώ, είναι κίνδυνος για την κοινωνία των «γνωστικών» και δεν υπάρχει περίπτωση να υποπέσει σε αδίκημα, ώστε να υπαχθεί στην αρμοδιότητα και τη δικαιοδοσία οποιουδήποτε εισαγγελέα ή δικαστή. Κι ακόμη, αν ένας «τρελός» δεν μπορεί να πει αυτό που αισθάνεται, ποιός μπορεί τότε; Ο «γνωστικός»; Αυτός συναρτά τα λόγια του με κάθε είδους μικροσυμφέροντα, ταπεινούς υπολογισμούς και επιδιώξεις. Γι΄ αυτό άλλωστε έχει αποφανθεί η σοφία του Λαού μας: «Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια…»!
Από μικρός θεωρούσα τους δικαστές σαν κάτι το πολύ ξεχωριστό στον κόσμο. Τους θαύμαζα και τους σεβόμουνα. Έλεγα, τότε, με το μικρό μου το μυαλό: Τι τέλειοι άνθρωποι και τι μόρφωση πρέπει να έχουν για να δικάζουν τους άλλους; Κι επειδή πάνω από την έδρα τους είχαν κρεμασμένο το Χριστό και μπροστά τους το Ευαγγέλιο πίστευα πως θα πήγαιναν στον Παράδεισο! Φανταζόμουνα, μάλιστα, ότι στη «Δευτέρα Παρουσία», με την πείρα που έχουν αποκτήσει πάνω στη γη σα δικαστές, θα τους χρησιμοποιήσει ο Παντοδύναμος κριτής Θεός για βοηθούς του, κάτι παρόμοιο με τα στρατοδικεία, όπου οι δικαστικοί χρησιμοποιούνται για «εισηγειταί» ή «επίτροποι», την ώρα της «Κρίσεως» να «εισηγηθούν» ποιοι θα πάνε στον Παράδεισο, ποιοι στην Κόλαση και με τι ποινή ο καθένας κρινόμενος δυστυχής θνητός θα τιμωρηθεί, ανάλογα με τα έργα του.
Έτσι ήμουν ψυχικά έτοιμος όταν, στα χρόνια της Χιτλερικής κατοχής, πρωτογνωριστήκαμε μ΄ ένα δικαστή.
Ήταν η εποχή που η πείνα θερίζει τους Έλληνες κι ο καθένας προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, όπως μπορούσε κι όπως το αισθανότανε, να βρει λίγα τρόφιμα για να κρατηθεί στη ζωή μαζί με την οικογένειά του.
Ο πατέρας μου τότε υπηρετούσε στη Μακεδονία στο σώμα της τελωνοφυλακής. Καλύτερο πόστο για την κατοχική περίοδο δεν μπορούσε να γίνει. Εμείς ζούσαμε στην Αθήνα. Δεν μας άφησε να πεινάσουμε. Μας έστελνε τακτικά δέματα με σιτάρι, φασόλια και άλλα όσπρια. Ακόμη και καρπούζια μας έστειλε ένα καλοκαίρι μ΄ ένα καΐκι που τρομάξαμε να φέρουμε από τον Πειραιά στην Αθήνα.
Σε μία αποστολή υπήρχε κι ένα δέμα που προορίζετο για κάποιον άλλο. Το έστελνε συνάδελφός του που υπηρετούσε στο ίδιο μέρος με τον πατέρα μου. Θυμάμαι καλά το δέμα, ήταν φασόλια περίπου 10κιλά.
Ένα απόγευμα δεχτήκαμε στο σπίτι μας την επίσκεψη ενός αποσκελετωμένου ανθρώπου. Από μακριά φαινόταν πως ήταν δημόσιος υπάλληλος. Και μάλιστα απ΄ αυτούς που δεν έκαναν συνδυασμούς με μαυραγορίτες για να καλοπερνούν στα δύστυχα εκείνα χρόνια.
Μας χαιρέτησε με πολλή ευγένεια και υποκλίθηκε στη μητέρα μου. Μας είπε το όνομα του, ο ήταν δικαστής!  Μας αν ήρθε κάποιο δέμα που προορίζετο για κείνον και όταν η μητέρα μου του απάντησε καταφατικά δεν θυμάμαι πόσες φορές της είπε: «Ευχαριστώ πάρα πολύ».
Κάθισε στο σπίτι μας αρκετή ώρα. Η μητέρα μου του πρόσφερε γλυκό, καφέ αγνό και όχι από ρεβύθι, πράγμα πολύ σπάνιο για τότε. Κρεμόμουνα από τα χείλη του όταν μιλούσε . Κι ακόμη βουίζουν στ΄ αυτιά μου τα λόγια του: « Έγαλα τα χρυσά δόντια μου και τα πούλησα για να πάρω κάτι στα παιδιά….»!!
 Πόσο καλός ήταν! Πόσο αγνός! Πόσο ευγενικός! Με κατέκτησε κυριολεκτικά εκείνο το ανθρώπινο σκέλεθρο. Ύστερα από πολλά χρόνια ξανασυναντηθήκαμε. Η σκηνή ήταν απερίγραπτη. Γράφαμε και οι δυο στο ίδιο περιοδικό. Ήταν λογοτέχνης. Κι από τότε με τιμούσε με τη φιλία του κι ένιωθα γι΄ αυτό περηφάνεια. Καλή του ώρα εκεί που βρίσκεται. Δεν ήθελε ποτέ να μάθει πως βρίσκομαι στην κλινική. Ξέρω πόσο θα στενοχωρεθεί αυτός ο άγιος άνθρωπος. Το αγλάισμα των Ελλήνων δικαστών. Ο άνθρωπος που μ΄ έκανε να αγαπήσω πιο πολύ τους δικαστικούς ακόμη και εκείνους τους συναδέλφους του που μου κέντησαν το «ποινικό» μου «μητρώο» με δύο καταδίκες για πολιτικά αδικήματα…
 
***
 
Η κυρά - Μάρω η νοσοκόμος ταΐζει τον άρρωστο εισαγγελέα τη βραδινή του χορτόσουπα στην άκρη του σαλονιού της πτέρυγάς μας. Εκείνος τρώει λαίμαργα σα μωρό παιδί και πασαλείβεται. Εκείνη με υπομονή και χαμόγελο τον σκουπίζει και του λέει μαλώνοντάς τον: «Καλέ κύριε εισαγγελέα σιγότερα και θα πνιγείτε. Θέλετε να βρω κανέναν μπελά;»!
Πρώτη μου φορά είδα εισαγγελέα όχι μόνο να τρώει έτσι αλλά και να τρώει γενικά. Κι έμεινα με την εντύπωση ότι κι αν δεν είναι χορτάτοι και με κοιλιές φουσκωμένες τουλάχιστον δεν θα πεινάγανε τόσο που να δείχνουν την πείνα τους. Αυτή την ώρα αναθυμήθηκα μία σκηνή από τη ζωή μου. Όχι με πεινασμένο εισαγγελέα αλλά «στοιχειωδώς» χορτάτο κι εμένα θεονηστικό.
Πάνε περισσότερα από είκοσι χρόνια όταν βρισκόμουνα κρατούμενος στο τμήμα Μεταγωγών κάποιου όμορφο νησιού των Κυκλάδων.
Μέρες πολλές είμαστε πεταμένοι εκεί, περιμένοντας να μας μεταφέρουν στο απέναντι ξερονήσι, στον «κρανίου τόπο». Δεν μπορούσε το σαπιοκάικο που έκανε το δρομολόγιο να ζυγώσει στο ξερονήσι, δεκαπέντε μέρες από τη θαλασσοταραχή. Η πείνα μας είχε θερίσει. Οι λιποθυμίες καθημερινά πλήθαιναν. Κούφια κάθε παράκλησή μας, κάθε επίκληση μας, κάθε διαμαρτυρία.
Οι δεσμοφύλακες και να ήθελαν ακόμη δεν μπορούσαν να μας βοηθήσουν. Εκτελούσαν διαταγές ανωτέρων τους και ο καιρός ρύθμιζε το χρόνο της αποστολής μας.
Ήταν και τότε, όπως και τώρα, μία γλυκιά νησιώτικη σεπτεμβριανή μέρα. Εμείς οι κρατούμενοι, ξαπλωμένοι και στριμωγμένοι στο στενάχωρο θάλαμο του Μεταγωγών δεν μιλούσαμε για να μην ξοδεύουμε το λιγοστό αέρα που έμπαινε από το παραθυράκι - τρύπα και δημιουργούμε ζέστη.
Τη σιωπή μας διέκοψε το ρυθμικό βήμα του ένοπλου σκοπού που μας φρουρούσε απ΄ έξω και που από το μικρό άνοιγμα της πόρτας, κάπου κάπου, έριχνε και καμιά ματιά μέσα στο θάλαμο δηλωτική της παρουσίας του ισχυρού κράτους πάνω στους ανίσχυρους κρατούμενους.
Αιφνιδιαστικά η μεγάλη αμπάρα της πόρτας του θαλάμου μας άρχισε να υποχωρεί με άγριο και βιαστικό τρόπο. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Ο βρώμικος και ζεστός αέρας από τα χνώτα μας βγήκε έξω με ορμή και νοιώσαμε ένα καινούργιο φρέσκο αέρα να μας ζωογονεί. Πήραμε όλοι μία βαθιά ανάσα. Άπληστα ρουφούσαμε αέρα με φόβο μήπως μας κλείσουν απότομα την πόρτα και δεν προλάβουμε να χαρούμε αυτό το αγαθό, που οι ελεύθεροι άνθρωποι ούτε καν το υπολογίζουν, ενώ εμείς, στην κατάσταση που βρισκόμαστε το θεωρούσαμε «Μάννα εξ ουρανού»!
Αυτά όλα γινόντουσαν σε δευτερόλεπτα και η πρώτη μας αυτή η ευχάριστη έκπληξη δεν μας άφησε αμέσως να αντιληφθούμε ότι στην πόρτα είχαν εμφανιστεί αρκετοί αξιωματικοί, επιφορτισμένοι με τη φρούρηση μας, που στη μέση είχαν κάποιο κύριο που φορούσε πολιτικά και πρόσεχαν πάρα πολύ τη ματιά του προσπαθώντας να μαντέψουν τις θελήσεις του, που γι΄ αυτούς ήταν διαταγές, για να τις εκτελέσουν.
Ήταν ένας σαρανταπεντάρης άνδρας ψηλός με ζηλευτή κορμοστασιά. Φορούσε ένα ολόασπρο κουστούμι και άσπρα παπούτσια. Όπως ήταν φρεσκοσιδερωμένος έμοιαζε σαν να έχει βγει μόλις από το σπίτι του και πήγαινε σε επίσημη επίσκεψη. Η φυσιογνωμία του ήταν επιβλητική. Γεμάτη σοβαρότητα, καλοσύνη και αυτοκυριαρχία. Μαύρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω, μ΄ ένα φυσικό σπάσιμο, χωρίς επιτήδευση. Φορούσε κομψά γυαλιά που προφύλαγαν τα μυωπικά του μάτια. Δύο μάτια κατάμαυρα και μεγάλα σε έναν τέτοιο ανδρικό σύνολο, ένα αληθινό κόσμημα που δεν συναντάται εύκολα. Σε ηλέκτριζε ο άνθρωπος αυτός και σε κέρδιζε μόνο με την εμφάνιση του. Σου ενέπνεε σεβασμό και εμπιστοσύνη προτού ακόμη ανοίξει το στόμα του. Έδειξε σ΄ όλους μας μία ερευνητική ματιά. Μας καλημέρισε μ΄ ένα πολύ συγκρατημένο χαμόγελο και σχεδόν αυτοστιγμεί κάρφωσε το βλέμμα του επάνω μου. Δοκίμασα ένα ξάφνιασμα. Οι αξιωματικοί που τον περιστοίχιζαν στέκονταν βλοσυροί και αμίλητοι. Κι εμείς όρθιοι προσπαθούσαμε να μαντέψουμε ποιος ήταν αυτός ο ευγενικός άνθρωπος που βρέθηκε μπροστά όμως - σπάνιο είδος για τη θέση που βρισκόμαστε - κι έφτασε ως το τμήμα μεταγωγών για να επισκεφθεί εμάς που τότε η Πολιτεία μας πετούσε σε ένα ξερονήσι, «ως επικίνδυνους για την Δημοσίαν τάξιν και Ασφάλειαν»!!!
Με καθαρή άρθρωση, γλυκειά και καμπανιστή φωνή και σε αργό τόνο μας εδήλωσε: «Είμαι, κύριοι, ο εισαγγελέας και ήρθα να ακούσω από εσάς σε τι θα μπορούσα να σας βοηθήσω»! Κεραυνός στο θάλαμο!
Μερικοί καχύποπτοι είχαν αρχίσει να υποψιάζονται πως ήταν κάποιος μεγάλος που είχε έρθει να… «εισαγωγικά αποσπάσει δηλώσεις μετανοίας…»! Πως η εμφάνιση του ήταν το πρώτο στάδιο ενός σχεδίου που θα κατέληγε, οπωσδήποτε, ύστερα από έναν ανηλεή ξυλοδαρμό, σε «εθνική ανάνηψη», στα πλαίσια του συναγερμού των «δυνάμεων του Έθνους», για «εθνική αναμόρφωση» των « παραπλανημένων» και των «κακών Ελλήνων»!!
Δεν συμμερίστηκα, από την πρώτη στιγμή, τις δικαιολογημένες, ύστερα από τα τόσα παθήματα όμως, ανησυχίες των συγκρατουμένων μου. Κάτι μούλεγε μέσα μου πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ότι το καλύτερο μπορούσε να διαθέτει το δικαστικό σώμα και μάλιστα την εποχή εκείνη, στο πρόσωπο αυτού του εισαγγελέα, του φρουρού του νόμου και του εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας. Μπορούσα να του εμπιστευθώ, χωρίς καμιά επιφύλαξη την ψυχή μου. Ήμουν τόσο βέβαιος πως δεν θα μου έκανε κακό. Ήμουνα πολύ σίγουρος για την εξιδανικευμένη ανθρωπιά του. Δεν έπεσα έξω.
Ύστερα από την πρώτη του δήλωση, χωρίς να αφήσει πολύ χρόνο να περάσει, συμπλήρωσε με τον ίδιο τόνο, δείχνοντας εμένα.
"Παρακαλώ τον κύριο να μου πει το όνομα του και δια λογαριασμό των συγκρατουμένων του, αν συμφωνούν και αυτοί, να μου εκθέσει τα παράπονα τους".
Οι συγκρατούμενοί μου αμέσως απάντησαν με ένα «μάλιστα» ότι εγκρίνουν την "εισαγγελική πρόταση».
Εδήλωσα την ταυτότητα μου στον κ. εισαγγελέα. Με ρώτησε να μάθει την επαγγελματική μου ιδιότητα, τον τόπο που γεννήθηκα και τις γραμματικές μου γνώσεις και μου έδωκε το λόγο, μ΄ ένα πολύ χαμογελαστό «ορίστε».
Θ ακόμη, σαν νάναι τώρα, μία σύσπαση του προσώπου του όταν του ανέφεραν πως είμαστε νηστικοί πολλές μέρες κι ότι από την εξάντληση και το κλείσιμο έχουμε λιγοθυμίες και ότι έχουμε ψειριάσει από την απλυσιά. Ήμουνα πολύ σύντομος με κοφτές και συγκεκριμένες προτάσεις. Φαίνεται πως αυτό τον ικανοποίησε πολύ, όπως του μίλησα. Θα φοβήθηκε μήπως στη δίκαιη αγανάκτησή μας αρχίσουμε να φωνάζουμε όλοι μαζί και ερεθίσουμε τη φρουρά, αλλά και δυσκολέψουμε τις προθέσεις του και τη θέση του.
Εγύρισε και κοίταξε τον ανώτερο κατά βαθμό αξιωματικό, ζητώντας έτσι και την τυπική επιβεβαίωση των καταγγελιών μου. Εκείνος δε μίλησε. Μίλησε όμως ο εισαγγελέας και μας εδήλωσε:
"Από το μεσημέρι θα έχετε το συσσίτιο και θα φροντίσω, το γρηγορότερο, να προωθηθείτε στον τόπο του προορισμού σας. Σας εύχομαι καλή τύχη. Χαίρετε"!
Όλοι μαζί οι κρατούμενοι, με μια φωνή, βγαλμένη από τα πικραμένα κι αγέλαστα χείλη τους φώναξαν: «Ευχαριστούμε!
Σε λίγο η μπάρα ακούστηκε και πάλι. Ξανακαθίσαμε στα στρωσίδια μας σχολιάζοντας το γεγονός. Ο εισαγγελέας και οι αξιωματικοί έφυγαν. Ο καλός εκείνος άνθρωπος ετήρησε το λόγο του. Και συσσίτιο μας έδωκαν, όπως μας υποσχέθηκε, και δεν αργήσαμε να φύγουμε.
Πιστεύω πως οι τότε συγκρατούμενοι μου δεν τον ξέχασαν ποτέ όπως κι εγώ…
 
***
 
Κανένας στην κλινική δεν μπορεί να υποψιαστεί πόσο αγαπώ και συμπονώ τον άρρωστο εισαγγελέα.
Αυτούς που του μιλάνε κοροϊδευτικά, αν μπορούσα θα τους έπνιγαν.
Εκείνη τη χοντρή καθαρίστρια με την αγριοφωνάρα της και τους ανοικονόμητους γλουτούς δεν μπορώ να την αντικρίσω από τότε που, καθώς σφουγγάριζε το θάλαμο και κοίταζε τον εισαγγελέα είπε:
«Είναι και χαριτωμένος ο κ. Εισαγγελίας, να μην τον βασκάνουμε! Χα! Χα! Χα!»...
Αυτός το άκουσε βέβαια. Δεν μπορούσε να της απαντήσει. Έβγαλε μιαν άναρθρη κραυγή ακαταλαβίστικη και κοίταξε τους γύρω του με μία έκφραση πονεμένης ικεσίας.
Φορές - φορές έχει και τα φωτεινά τα διαλείμματα. Ενώ απόγευμα τραγουδούσε με το νοσοκόμο: «Βγάλτα τα μαύρα. Βγάλτα, Λενιώ μου, δεν σου ταιριάζουνε… Όταν λέμε «τραγουδούσε» εννοούμε φυσικά πως προσπαθούσε τις άναρθρες κραυγές του να τις κάνει μουσικές νότες.
Σαν άρρωστος είναι πολύ κουραστικός για το προσωπικό της κλινικής. Το στρώμα του και τα ρούχα του είναι πάντα λερωμένα. Τον ταΐζουν. Τον στηρίζουν. Τον πλένουν και του κάνουν περίπατο.
Πότε - πότε, ξαπλωμένο στην καρέκλα του στο σαλόνι, τον παίρνει ο ύπνος. Ξαφνικά αν αποτύχετε. Ποιός ξέρει τι του έρχεται στη θολωμένη σκέψη του.
Μία μέρα σκέφτηκα να κουβεντιάσω. Τον έβλεπα κάπως καλά. Κοίταξα γύρω μου και δεν υπήρχαν άρρωστοι. Είχαν βγει στο προαύλιο. Τον ρώτησα αν ήξερε τον εισαγγελέα που μας έδωσε το συσσίτιο. Θέλησε να μου δώσει να καταλάβω ότι ήταν καλός άνθρωπος και φίλος του. Του μίλησα για έναν άλλο δικαστή που κάποτε με έχει βοηθήσει σε δύσκολη στιγμή. Του αράδιασα αρκετούς, όλους εκείνους που από ευγνωμοσύνη θυμάμαι σ΄ όλη μου τη ζωή. Ένα συνταξιούχο τώρα αρειοπαγίτη. Έναν εισαγγελέα που με γλίτωσε από τα δεσμά. Και άλλους πολλούς που έτυχε να γνωρίσω. Με πήρε για δικαστικό ή δικηγόρο. Του έλυσε την απορία του και από τότε ψάχνει να με βρει με τα μάτια για να μου δείξει πόσο με θεωρεί δικό του.
Το θεωρούσα καθήκον μου να του μιλάω και να κάθομαι δίπλα του. Μου φαινότανε πως αυτό ήταν το χρέος μου να τιμήσω τους συναδέλφους του εκείνους που μου είχαν φερθεί ανθρώπινα. Το ένοιωθα υπέρτατη επιταγή της συνείδησής μου.
Είχε και την εύθυμη πλευρά η παρουσία του εισαγγελέα στην κλινική. Ένας ολόκληρος κόσμος εντυπωσιαζότανε με το να βρίσκεται στον ίδιο θάλαμο ή την κλινική μ΄ έναν εισαγγελέα. Κι όσοι είχαν «δικαστικά πλέγματα» του εκδήλωναν έντονα και εκφραστικά.
Μία φορά, εκεί που καθόταν, έπεσε.
Έτρεξε μαζί με άλλους κι η Σαμιώτισα η ξερακιανή να τον σηκώσει. Εκείνη την ώρα η ευλογημένη βρήκε την ευκαιρία να τον ρωτήσει:
"Αν ξαναγίνει εισαγγελέας θα μου δώσεις το διαζύγιο με τον άντρα μου;»!
Κουνήσει κι εκείνος το κεφάλι του και τους υποσχέθηκε: «Ναι!»
Τι είχε να χάσει; Σάμπως επρόκειτο να ξαναγυρίσει στην έδρα!...
Ένας άλλος Πειραιώτης, που φαίνεται ότι πολλές φορές αντίκρισε εισαγγελέα στην έδρα, τον ρώτησε την ώρα που τον κρατούσε για να τον πάει στην τουαλέτα:
«Αν με φέρουνε στο δικαστήριο, θα με δικάσεις ή θα με αθωώσεις, κύριε εισαγγελέα;»!
Τον ρωτούσα λες και είχαν διαπράξει το αδίκημα ή είχαν προμελετήσει αδικήματα και ζητούσαν, για να είναι σίγουροι, να έχουν εξασφαλισμένη εκ των προτέρων την απαλλακτική εισαγγελική πρόταση. Εκείνος απαντούσε χωρίς δισταγμό ή επιφύλαξη:
«Α ώος – Α ώος»!  Χωρίς το «θ» που δεν μπορούσε να προφέρει…
Καλέ μου εισαγγελέα!
Φανταζόσουν ποτέ πως τα τελευταία σου χρόνια θα ήταν τόσο μαρτυρικά θα τα περνούσες στο ψυχιατρείο; Σκέφτηκες ποτέ στο αποκορύφωμα της παντοδυναμίας του ότι στα στερνά σου θα σου παρασταθούν άγνωστοι άνθρωποι, φτωχοί στο μυαλό και πλούσιοι σε αισθήματα; Ονειρεύτηκες ποτέ όταν άκουγες στο χωριό σου τους χωριανούς να εύχονται ο ένας στον άλλο «Καλά Στερνά!» τι βάθος είχε είχε ο λόγος εκείνος; Κι όταν χωμένος στα βιβλία σου σπούδαζες τους νόμους, κι ύστερα στην έδρα τους εφάρμοζες, σου πέρασε ποτέ από τη σκέψη ότι θα βρεθείς μαζί μας στην κλινική αδύναμος και ανήμπορος;
Σίγουρα εδώ επίσης έξω. Γιατί αν το γνωρίζεις αυτό, ότι κι εσύ θα περίμενες την κυρά-Μάρω να σου δώσει το «χαπάκι» σου για να κοιμηθείς, πιστεύω πως καμιά σου «εισαγγελική πρόταση» δεν θα ήταν παραπεμπτική ή καταδικαστική για κανέναν ψυχοπαθή και για όσους τους υπηρετούν από τον διευθυντή της Κλινικής ως και τη χοντρή καθαρίστρια ακόμη, που χαχανίζει βλέποντας τα στερνά σου.
Όσο για μένα που δεν μπορώ να σε βοηθήσω σε τίποτα ουσιαστικό μου φτάνει συναίσθηση ότι έσκυψα γονατιστός μπροστά στο δράμα σου και σου αφιέρωσα τούτες τις λίγες γραμμές, με τη μεγαλύτερη ανιδιοτέλεια, και ξέρω πως ποτέ δεν πρόκειται να πάρεις είδηση γι΄ αυτά που γράφω μέσα στη φοβερή επιθανάτια θολούρα του μυαλού σου.
Κι αν δεν αντέξεις τους φρικτούς πόνους σου και ως τη μέρα που οι γραμμές αυτές θα δουν το φως της δημοσιότητας έχει κοπεί το νήμα της ζωής σου, τα λόγια που σου αφιερώνω, βγαλμένα από τα τρίσβαθα της ψυχής μου, ας είναι ευλαβικό μνημόσυνο, Αδελφέ, στον πόνο και στη θλίψη. Άτυχε εισαγγελέα. Βασανισμένε συνάνθρωπέ μου…


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΠΡΩΤΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΥΒΟΙΑ
ΣΤΟ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ Ε.Ε.Λ.
ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ
Created by Hellas Internet