Home > ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ > ΙΚΑΡΙΑ: Η φωτιά που καίει ακόμα - ΕΘΝΟΣ 23.02.1994


Η φωτιά μας καίει ακόμα*
Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 1994

Ο χρόνος, λένε, απαλύνει την πίκρα, τον πόνο, τη δυστυχία. Όχι πάντα, όμως. Εδώ, στην καρδιά του Αιγαίου, κάθε μέρα γίνονται ολοένα και πιο έντονα. Η πύρινη λαίλαπα, που σάρωσε κατακαλόκαιρα την Ικαρία, νοιώθουν οι Καριώτες να καίει ακόμα. Να φουντώνει.
Ζουν, ο καθένας με το δικό του τρόπο, την κόλαση που σημάδεψε το νησί του Ικάρου. Σήμερα. Κι ας έχουν περάσει επτά ολάκεροι μήνες.
Κάηκαν οι πέτρες. Ράγισε ο γρανίτης. Τα δέντρα όρθια, αντέχουν. Για να θυμίζουν στους ντόπιους. Για να ΄χουν γνώση οι ξένοι.
Κι όμως τα φτερά δεν έλιωσαν. Τροχοπέδη η περηφάνια τους. Η ατσάλινη καρδιά τους δείχνει ν΄ αντέχει. Ως πότε; Ίσως τσακίσει, λίγο πριν από τη στιγμή που η πολιτεία θα κάνει το χρέος της.
Μοιάζει αξεπέραστο. Κι οι Καριώτες είναι άνθρωποι που δεν ξεχνούν. Είναι από κείνους που πονάνε. Κι ας μη το δείχνουν. Εκείνα που χάνουν, για λίγο ή για πάντα, δεν τα λησμονάνε.
Οι Ίκαροι του Αιγαίου, της πατρίδας μας, καλωσορίζουν τον ξένο. Τον σφίγγουν στην θερμή αγκάλη τους, έτσι σαν να τον γνώριζαν χρόνια. Τα δικά τους είναι και για κείνον.
Άλλωστε με τον τρόπο αυτό μεγάλωσαν κι έφτιαξαν το πρότυπο μιας κοινωνίας - όπως σίγουρα πολλοί θα ήθελαν, αλλά λίγοι βοηθάνε γι΄ αυτό - που ο ένας είναι για τον άλλο και όλοι για όλους. Η γυναίκα δίπλα, κι ούτε μπρος ή πίσω, στον άντρα. Κι όσο για προίκα; Ούτε κουβέντα.
Κι ας λένε, ακόμα κι ντόπιοι, ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες: Οι ευκατάστατοι, εκείνοι που ασχολούνται μόνο με τα πολιτικά και οι ξένοιαστοι.
Όλοι τους χαρούμενοι και καλοσυνάτοι. Μ΄ αληθινό χαμόγελο. Με ματιά που μαγνητίζει.
Ακόμα και τώρα, το μεσοχείμωνο, άγρυπνοι φρουροί, στ΄ ονειρεμένο νησί. Με την άγρια ομορφιά, περιτριγυρισμένο από μια γλυκιά ζεστασιά. Με την αγριάδα που φουντώνει. Για τον επισκέπτη. Και για κείνους. Όταν η ματιά καταγράφει ή επαναλαμβάνει την εγκατάλειψη.
Και δεν είναι άλλη από κείνη που πηγάζει από το βάρβαρο συναίσθημα του συμφέροντος και του μικροκομματισμού. Γιατί τα… κουκιά δεν πάνε εκεί, που θα ΄θελαν κάποιοι, αλλά σε άλλους…
Όμως, εκείνοι ξέρουν. Δεν ξέχασαν ούτε να γλεντάνε, ούτε να δείχνουν πως είναι χαρούμενοι άνθρωποι. Και τώρα δειλά δειλά αρχινάνε τα γλέντια. Τα πρώτα μετά τη συμφορά. Ξεφαντώνοντας, με το πικρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Αντίκρυ στο λειωμένο, από τη θέρμη της φωτιάς, τηλέφωνο.
Πλούσιο φαγητό. Ανόθευτο κρασί. Τραγούδι. Χορός. Παλαμάκια. Οι κοπελιές που σέρνουν το χορό, διαλαλούν με τη γλυκιά, μελωδική φωνή τους: Να χαρώτα!
Πάντα είναι όλοι τους - ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν οι πολλοί - χαρούμενοι. Γιατί η χαρά είναι ευτυχία. Και το ξέρουν ότι φωτίζει τις πονεμένες ψυχές. Και στέκουν εκεί. Ορθοί. Ακούραστοι. Πάνω στον τηλαυγή φάρο, στην καρδιά του Αιγαίου.
*(1) Ικαρία. Άγιος Κήρυκος. Παρασκευή, 30 Ιουλίου 1993. Φωτιά. Μεγάλη φωτιά. Η φωτιά καταστέλλεται το απόγευμα της Κυριακής, 1 Αυγούστου. Και «περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγη ώρα»…
Στον Άγιο Κήρυκο 12 νεκροί. Ένας ακόμα σε άλλη εστία, ενώ μια γυναίκα που έχασε τη 17χρονη κόρη της στη φωτιά έβαλε τέλος στη ζωή της. Καμένα 15.000 στρέμματα και ανυπολόγιστες οι καταστροφές σε γεωργία και κτηνοτροφία. Στην ώρα της φωτιάς, ανύπαρκτη η κρατική μηχανή.
 
*(2) Με το συνάδελφο Κώστα Καναβούρη φτάσαμε στην Ικαριά το απόγευμα το Αγίου Χαραλάμπους, 10 Φεβρουαρίου, του 1994. Ερχόμασταν από τη Σάμο, όπου και εκεί, όπως και σε πολλά μέρη της Ελλάδας, καταγράψαμε τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας. Τα «κομμάτια» δημοσιεύονταν καθημερινά στο ΕΘΝΟΣ. Με τον Κώστα καλύψαμε τη Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια, την Πελοπόννησο και αρκετά νησιά, του Αιγαίου.
Έγραψα το παραπάνω κείμενο μόλις μπήκαμε στο καράβι για να φύγουμε, τέσσερις μέρες αργότερα. Ο αέρας στο λιμάνι λυσσομανούσε. Η βροχή ασταμάτητη. Πυκνή και δυνατή. Ξύριζε. Ο καπετάνιος, έπειτα από κάμποσες προσπάθειες κατάφερε να δέσει το καράβι. Η φουρτουνιασμένη θάλασσα έπαιζε. Τ΄ ανεβοκατέβαζε σαν καρυδότσεφλο. Όσο να μπούμε είχαμε βραχεί μέχρι το κόκαλο. Στάζαμε. Απ΄ την κορφή ως τα νύχια. Ο Κώστας ανέλαβε, έπειτα από παράκλησή μου, να τακτοποιήσει τα πράματά μας.
Άνοιξα την τσάντα πήρα κάμποσες λευκές κόλλες κι άρχισα το γράψιμο. Τα μαλλιά μου στάζανε πάνω στα χαρτιά. Κι εγώ έγραφα ασταμάτητα. Πέταγα τις κόλλες. Και ξανά, και ξανά από την αρχή.


Συνέντευξη: Λάμπρος Κανελλόπουλος, πρόεδρος unicef - περιοδικό SALVE τεύχος Δεκεμβρίου 2004
Το αληθινό πρόσωπο του "Ωνασείου" - ΕΘΝΟΣ 02.02.1996
Τα τελευταία λόγια της Μελίνας - ΕΘΝΟΣ 10.03.1994
Φάτον γιατί θα σε φάει - ΕΘΝΟΣ 05.10.1992
"Νίκησε" δυο φορές το θάνατο - ΕΘΝΟΣ 23.07.1992
Γλύτωσε με πρότυπο τον Ιώβ - ΕΘΝΟΣ 15.04.1992
ΓΑΒΡΙΕΛΑ: Η θεά του αγοραίου έρωτα - ΕΘΝΟΣ 27.08.1991
'Αδειασε η αγκαλιά της μάνας - ΕΘΝΟΣ 24.07.1991
Created by Hellas Internet