Home > ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ > 1941 - Το σαμποτάζ του αεροδρομίου


 1941-ΤΟ ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΤΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ
          ΑΠΟ ΔΥΟ ΝΕΑΡΑ ΑΔΕΛΦΙΑ 

Το σαμποτάζ, χάρη στη δράση του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ είχε πάρει τότε, στη Γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, παλλαϊκό χαρακτήρα και μεγάλες διαστάσεις στην Αθήνα. Πολλοί θεωρούσαν καθήκον τους να αγωνιστούν και να παλέψουν  με το γερμανό κατακτητή, κάνοντας σαμποτάζ, προκαλώντας φθορές στον εχθρό. Είναι αμέτρητα τα κατορθώματα και οι ηρωικές πράξεις των ανθρώπων που συμμετείχαν στην ΕΑΜική αντίσταση. Όπως άπειρα είναι και τα σαμποτάζ, τα περισσότερα από τα οποία παραμένουν άγνωστα.
Ένα από αυτά έγινε το 1941, στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και στοίχισε στους Γερμανούς περισσότερα από χίλια βαρέλια βενζίνης. Σαμποτέρ ο 17χρονος Δημήτρης Στεφανίδης και η μόλις 15 χρόνων αδελφή του Ελένη Στεφανίδου.
Για πρώτη φορά ήρθε στο φως της δημοσιότητας στις 5 Σεπτεμβρίου 1975, στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ». Δημοσιεύθηκε εκ νέου το 1981 (31 Οκτωβρίου) στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ» και συγκεκριμένα στο ένθετο «Εδβομάδα 25 – 31 Οκτωβρίου 1981», στη σελίδα 24.
Παραθέτουμε το δημοσίευμα:

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Μια ακόμη μαρτυρία για ένα σαμποτάζ που έκαναν το καλοκαίρι του  ΄41 δυό παιδιά στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και που στοίχισε την απώλεια της εφεδρικής βενζίνης των γερμανικών δυνάμεων. Την ιστορεί η ίδια η ηρωίδα Ελένη Στεφανίδου, σήμερα δημοτική σύμβουλος Αλίμου, που τότε ήταν 15 ετών και μαζί με τον 17χρονο τότε αδελφό της έκαναν σαμποτάζ.
Στην παλλαϊκή Aντίσταση κατά των Χιτλερικών, στα χρόνια της Κατοχής, αμέτρητα τα κατορθώματα και οι ηρωικές πράξεις των απλών ανθρώπων. Άπειρα και τα σαμποτάζ. Αλλά και άγνωστα.
Ένα τέτοιο μεγάλο σαμποτάζ έγινε τότε (1941), στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, που στοίχισε στους Γερμανούς πάνω από χίλια βαρέλια βενζίνας.
Σαμποτέρ ένα αγόρι 17 χρονών και ένα κορίτσι 15, τα δύο αδέλφια Δημήτρης και Ελένη Στεφ. Στεφανίδου. Το αγόρι σκοτώθηκε. Το κορίτσι ζει και είναι η κυρία Ελένη Γ. Καρανικόλα, γνωστή για την αντιστασιακή της δράση και την πολιτεία της στο δήμο Αλίμου που από το 1964 εκλέγεται με τιμητικό προβάδισμα δημοτική σύμβουλος.
Με την απλότητα, τη σεμνότητα και το ήθος που την διακρίνει, όπως όλες τις γνήσιες Ελληνίδες ηρωίδες, μας αφηγήθηκε με βουρκωμένα μάτια το σαμποτάζ εκείνο.

Η κυρία Ελένη Γ. Καρανικόλα μας είπε τα εξής:
«Στην Κατοχή η αεροπορική βάση του Ελληνικού ήταν για τους Γερμανούς πολύ μεγάλης σημασίας. Τους χρειαζόταν τόσο για το βαλκανικό μέτωπο, όσο περισσότερο, για το μέτωπο της Αφρικής.
Έτσι από τη μια μεριά οι Γερμανοί έπαιρναν δρακόντεια μέτρα να το διατηρήσουν σε λειτουργία και οι Άγγλοι προσπαθούσαν αν το αχρηστεύσουν.
Αυτή η πάλη των δύο για τον πληθυσμό που κατοικούσε γύρω στο αεροδρόμιο ήταν ένα φοβερό γεγονός. Από τους βομβαρδισμούς ζούσαμε σε μια φλεγόμενη κόλαση.
Ο Άλιμος, η Αργυρούπολη, τα Σούρμενα, το Ελληνικό και η Γλυφάδα ζήσαμε εφιαλτικές μέρες.
Αυτή την τόσο επικίνδυνη πολεμική ζώνη την είχαν κυκλωμένη  με ένα αόρατο δίχτυ, που χωρίς να φαίνεται το είχαν απλώσει, με χίλιους κινδύνους και πολύ μαστοριά, οι Αντιστασιακές οργανώσεις.
Θα αφηγηθώ μόνον ό,τι είναι προσωπικό μου βίωμα κι είχα συμμετοχή. Κι αυτό είναι το σαμποτάζ με τη βενζίνη που έκανε ο μακαρίτης ο  αδελφός μου ο Τάκης Στεφανίδης.
Τότε το αεροδρόμιο από την κατοικημένη περιοχή του Αλίμου χωριζόταν με το ρέμα που και σήμερα υπάρχει.
Κατά μήκος της ρεματιάς αυτής υπήρχαν καλαμιές, λυγαριές και βατομουριές.
Από τη μεριά του αεροδρομίου η μία όχθη ήταν συρματοπλεγμένη από τους Γερμανούς. Από το τέλος της ρεματιάς, κοντά στη παραλία και προς τα πάνω σ΄ ένα μήκος χίλια περίπου μέτρα οι Γερμανοί είχαν αποθηκέψει κάπως κρυμμένα, μεγάλα σιδεροβάρελαμε βενζίνη.
Αυτό μας δημιουργούσε πολλούς φόβους μήπως από καμιά βόμβα πάρουν φωτιά τα βαρέλια και καίγονταν όλη η περιοχή. Έχει σημασία να λεχθεί ότι το σπίτι μας βρισκόταν δίπλα στο αεροδρόμιο. Ήταν το μόνο κατοικημένο και με μεγάλο ορίζοντα ελέγχου. Όταν επεκτάθηκε το αεροδρόμιο το ισοπέδωσαν κι αυτό. Ήταν σε μια θέση πολύ επικίνδυνη αλλά και προνομιακή για αντιστασιακή δουλειά.
Ήμουν τότε 15 χρονών. Είχα δύο μικρότερα αδέλφια κι ένα μεγαλύτερο αδελφό τον Τάκη που ήταν μαθητής στη Σχολή μηχανικών «Ο Προμηθέας» στον Πειραιά.
Ένα βράδυ γυρίζοντας από το σχολείο με πήρε κρυφά από τους γονείς μας και άρχισε να μου μιλάει για τη σκλαβιά, για το καθήκον μας στη Πατρίδα κι άλλα τέτοια. Το άκουγα με προσοχή και έκπληξη. Μου άρεσαν αυτά που μου έλεγε. Τρόμαξα, όμως, όταν στο τέλος της συνάντησής μας μου αποκάλυψε το σκοπό του που ήταν να κάνουμε σαμποτάζ στις βενζίνες. Μου ζήτησε να τον βοηθήσω. Τον ρώτησα αν αυτό του το είπε κανείς να το κάνη ή ήταν δική του σκέψη. Με βεβαίωσε πως ήταν δική του και τον πίστεψα.
Βρέθηκα σε πολύ δύσκολη θέση. Ήθελα κι εγώ να κάνω κάτι με τον αδελφό μου. Είχα, όμως, μέσα μου κι ένα φόβο μην τον πιάσουν και τον εκτελέσου επί τόπου.
Μα δεν ήθελα πάλι να τον αφήσω και μόνο, ούτε να τον αποτρέψω από το σχέδιό του. Του ζήτησα να μου πει πιο καθαρά τι σκέπτεται να κάνει και μου είπε:
«Αύριο το απόγευμα θα πάω απ΄ αυτό το δρόμο και θα βγω στο ρέμα. Αφού περάσω τα σύρματα, σιγά – σιγά, θα συρθώ με την κοιλιά και θα φτάσω στα βαρέλια. Θα κρατώ τούτο το κλειδί και κάθε φορά εγώ θα ξεβιδώνω τις τάπες γρήγορα και θα χύνεται η βενζίνη»!!
Έτσι και έγινε το άλλο απόγευμα. Εμένα μ΄ έβαλε να φυλάω «τσίλιες» στην αυλή του σπιτιού μας. Το σύνθημα κινδύνου ήταν, να χτυπώ έναν γκαζοντενεκέ τρεις φορές όταν ο κίνδυνος δεν ήταν άμεσος και πολλές φορές όταν ο κινητός σκοπός βρισκόταν κοντά του. Ήταν καλοκαίρι του 1941. Η επιχείρηση κράτησε περίπου δυο ώρες. Οι Γερμανοί είχαν χάσει πάνω από εκατό βαρέλια βενζίνη! Το πρώτο σαμποτάζ στο κατεχόμενο από τους Γερμανούς αεροδρόμιο είχε πετύχει.
Ο αδελφός μου γύρισε σπίτι, πριν νυχτώσει, χαρούμενος. Τη χαρά του συμμερίστηκα κι εγώ. Είχα αποζημιωθεί από την αγωνία και το χτυποκάρδι που πέρασα δυο ώρες
Το ίδιο, πράγμα έγινε και την άλλη μέρα. Βράδυ, όμως με φεγγάρι. Επειδή, όμως, τη νύχτα και ο πιο μικρός θόρυβος ακούγεται καθαρά ήταν πολύ επικίνδυνο. Τέλειωσε γρήγορα με απολογισμό μόνο καμιά εικοσαριά βαρέλια.
«τσίγε – τσίγε!»
Την τρίτη μέρα η επιχείρηση πήγε πολύ καλά και είχε και την εύθυμη της πλευρά. Μου υπέδειξε ο αδελφός μου Τάκης να πάρω τις δυο κατσίκες μας να τις πάω ψηλά, εκεί που είχε φτάσει ο κινητός σκοπός, κάνοντας πως τις βοσκάω για να τον απασχολήσω. Έτσι και έκανα.
Όταν είδε ο σκοπός τις κατσίκες και… εμένα σταμάτησε πίσω από το συρματόπλεγμα και μου φώναζε γελώντας «τσίγε! – τσίγε!». Μου είπε κι άλλα που δεν καταλάβαινα. Μπορεί να ήταν αγροτόπαιδο και λαχτάρησε το χωρίο του. Μπορεί… χίλια μπορεί. Τον κοίταξα και του είπα «για – για». Άφησα όλο το σχοινί που κρατούσα στα χέρια μου. Οι κατσίκες κατέβηκαν την ρεματιά κι έφτασαν ανενόχλητες μέχρι το σύρμα τρώγοντας αφάνες. Αυτές βόσκησαν πολύ καλά. Ο σκοπός έσπασε την ανία του χαζεύοντας.
Ο αδελφός μου πολύ γρήγορα και άνετα άνοιγε τις τάπες των βαρελιών. Και εγώ ήμουν πολύ χαρούμενη. Γελούσα ολόκληρη και ο σκοπός θαρρούσε, ίσως, πως με είχε σαγηνεύσει.
Τη δουλειά αυτή συνέχισε ο αδελφός μου πολλές μέρες.
Δεν γνωρίζω πότε το ανακάλυψαν οι Γερμανοί και τι κυρώσεις επέβαλαν, εάν επέβαλαν. Τα βαρέλια αυτά ήταν από τις εφεδρείες τους. Εμείς από τους βομβαρδισμούς εγκαταλείψαμε το σπιτάκι μας που κι αυτό ισοπεδώθηκε αργότερα με την επέκταση του αεροδρομίου.
Εκείνο που μπορώ να πω τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, είναι ότι το σαμποτάζ αυτό στοίχισε στους Γερμανούς πάνω από χίλια βαρέλια βενζίνας. Με πλήρη συναίσθηση απέναντι στην Ιστορία, στην Ιερή μνήμη των νεκρών της Αντίστασης και του μακαρίτη αδελφού μου Δημήτρη Στεφ. Στεφανίδη τα γράφω.
Αν η εξιστόρηση του γεγονότος αυτού μπορεί να έχει κάποια αξία αυτό οφείλεται στο ότι έγινε με πρωτοβουλία ενός αγοριού 17 χρόνων. Τέτοια περιστατικά αγνών και αφανών ηρώων υπήρξαν πολλά, γιατί ήταν παλλαϊκή η Αντίσταση. Τα πιο πολλά έχουν μείνει άγνωστα, γιατί ήταν πράξεις απλών ανθρώπων. Θυμάμαι ακόμη ότι μου έλεγε ο αδελφός μου πως τους είχε αχρηστέψει πολλά αυτοκίνητα. Δεν ξέρω, όμως, αν αυτή του την πράξη την έκανε με εντολή της ΕΠΟΝ, στην οποία ανήκε ή με δική του πρωτοβουλία.
Λίγο αργότερα ακούσαμε πως οι Γερμανοί εκτέλεσαν επί τόπου ένα παιδί την ώρα που τους έκοβε τα καλώδια στην ανατολική πλευρά του αεροδρομίου.
Ο αδελφός μου σκοτώθηκε στα Δεκεμβριανά. Τον έθαψα με τα χέρια μου…
Ο πατέρας μου κι εγώ γνωρίσαμε αργότερα πολλές διώξεις και κατατρεγμούς.
Ήταν τα παράσημα που πήραμε για τον σαμποτέρ νεκρό πια αδελφό μου…».                                      
 


Δημήτρης Καρανικόλας
Ο πατέρας μου
Created by Hellas Internet